Πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025, το υψηλότερο ιστορικά και στην ΕΕ.
  • Φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 27,1 δισ. ευρώ την περίοδο 2022-2025.
  • Το χρέος μειώθηκε κατά 51 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μεταξύ 2022 και 2025.
  • Πρόβλεψη για πρωτογενές πλεόνασμα 4,0% το 2026 και 3,5% το 2027.

Η ελληνική οικονομία συνεχίζει να καταγράφει εξαιρετικές δημοσιονομικές επιδόσεις, επιτυγχάνοντας για τέταρτο συνεχόμενο έτος πρωτογενές πλεόνασμα ύψους 4,9% του ΑΕΠ. Το ποσοστό αυτό αποτελεί ιστορικό υψηλό με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία και ταυτόχρονα την υψηλότερη επίδοση στην Ευρωπαϊκή Ένωση για το 2025. Η μέση υπεραπόδοση έναντι των αναθεωρημένων ετήσιων στόχων που είχαν ενσωματωθεί στα Προγράμματα Σταθερότητας και τις Ετήσιες Εκθέσεις Προόδου για την περίοδο 2022-2025 προσέγγισε το 2,0% του ΑΕΠ ετησίως, γεγονός που ενισχύει τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας σε ένα εξαιρετικά ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Η συμβολή των φορολογικών εσόδων

Σύμφωνα με ανάλυση της Διεύθυνσης Οικονομικής Ανάλυσης της Εθνικής Τράπεζας, τα φορολογικά έσοδα διαδραμάτισαν κομβικό ρόλο, ερμηνεύοντας περίπου τα δύο τρίτα της σωρευτικής υπεραπόδοσης κατά την προηγούμενη τετραετία. Τα συνολικά έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές αυξήθηκαν σωρευτικά κατά 27,1 δισ. ευρώ, ήτοι 37,8%, την περίοδο 2022-2025, σταθεροποιούμενα σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, στο 40% του ΑΕΠ. Για πρώτη φορά, η Ελλάδα υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο συγκεκριμένο μέγεθος. Εξαιρουμένων των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν κατά 22 δισ. ευρώ, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό του 28,4% του ΑΕΠ, σημειώνοντας σωρευτική αύξηση 2,2% του ΑΕΠ την τελευταία τετραετία.

Η συνδυαστική αύξηση των εσόδων από τον ΦΠΑ και τους φόρους εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, ως ποσοστό του ΑΕΠ, διαμορφώθηκε σε 3,6 ποσοστιαίες μονάδες. Η επίδοση αυτή υπεραντιστάθμισε τη μείωση κατά 1,4 ποσοστιαίες μονάδες σε άλλες κατηγορίες φορολογικών εσόδων, κυρίως στην ακίνητη περιουσία και σε λοιπούς φόρους επί προϊόντων, λόγω χαμηλότερων συντελεστών και μεταβολών στη σύνθεση της τελικής ζήτησης.

Ανάλυση των επιμέρους κατηγοριών φόρων

Ο ΦΠΑ είχε την πιο σημαντική συνεισφορά στη συνολική αύξηση, με τις εισπράξεις να αυξάνονται κατά 10,0% ετησίως το 2025 και 12,0% ετησίως κατά μέσο όρο την περίοδο 2022-2025. Τα έσοδα από ΦΠΑ, ως ποσοστό του ΑΕΠ, ακολούθησαν σταθερά ανοδική πορεία, φτάνοντας στο 9,5% το 2025, έναντι μέσου όρου 7,2% στην ΕΕ. Σε απόλυτους όρους, αυξήθηκαν κατά 8,4 δισ. ευρώ την τελευταία τετραετία, ήτοι 1,3% του ΑΕΠ. Το υψηλότερο επίπεδο εσόδων ΦΠΑ σε σύγκριση με την ΕΕ αντανακλά τον ελαφρώς υψηλότερο μεσοσταθμικό συντελεστή φορολόγησης της τελικής καταναλωτικής δαπάνης (17,9% έναντι 16,5%), το μεγαλύτερο μερίδιο ιδιωτικής κατανάλωσης στο ΑΕΠ (69% έναντι 53%) και τη βελτιωμένη φορολογική αποτελεσματικότητα.

Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης σε σταθερές τιμές, με μέσο ετήσιο ρυθμό 4,0% την περίοδο 2022-2025, ερμηνεύει σχεδόν το ήμισυ της μέσης ετήσιας αύξησης των αποπληθωρισμένων εσόδων από ΦΠΑ. Παράλληλα, η ισχυρά αυξητική τάση των εσόδων από τον εισερχόμενο τουρισμό, με ετήσια αύξηση 25,0%, συνέβαλε στην ενίσχυση των εισπράξεων από ΦΠΑ κατά 0,3 δισ. ευρώ ετησίως. Η σταδιακή μεταβολή στη διάρθρωση της εγχώριας κατανάλωσης προς κατηγορίες δαπάνης που υπόκεινται σε υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ συνεισέφερε επιπλέον 0,1 ποσοστιαία μονάδα στην αύξηση των εσόδων.

Συνολικά, οι ανωτέρω παράγοντες εξηγούν περίπου τα τρία τέταρτα της αύξησης του λόγου των εσόδων από ΦΠΑ ως προς το ΑΕΠ. Το υπόλοιπο αντανακλά θετικές επιδράσεις από την αυξημένη φορολογική συμμόρφωση, όπως προκύπτει από τη μείωση του κενού συμμόρφωσης ΦΠΑ σε επίπεδα κάτω του 10% των δυνητικών εσόδων για το 2025, από περίπου 25,0% το 2018. Η βελτίωση αυτή συνέβαλε σε σωρευτική αύξηση των εσόδων κατά 1,5 δισ. ευρώ την περίοδο 2022-2025.

Φόρος εισοδήματος και επιχειρηματική δραστηριότητα

Τα έσοδα από το φόρο εισοδήματος φυσικών προσώπων κατέγραψαν μέση ετήσια άνοδο 13,2% την περίοδο 2024-2025, φτάνοντας στο ιστορικό υψηλό του 6,9% του ΑΕΠ το 2025. Παρά την πρόοδο, το ποσοστό αυτό υπολείπεται σημαντικά του μέσου όρου της ΕΕ (9,8%), γεγονός που αποδίδεται στο ότι άνω του 40% των φορολογουμένων δηλώνουν εισοδήματα πλησίον ή χαμηλότερα από το έμμεσο αφορολόγητο όριο των 8.600 ευρώ ετησίως. Η αύξηση των εσόδων αποδίδεται στην ενίσχυση των αποπληθωρισμένων αποδοχών των εργαζομένων (1,7% ετησίως), στην αύξηση της απασχόλησης (2,5% ετησίως) και στην ανοδική τάση σε άλλες κατηγορίες εισοδημάτων.

Από τον Ιανουάριο του 2026, εφαρμόστηκε μεσοσταθμική μείωση του συντελεστή φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα για όσους δηλώνουν εισόδημα άνω των 10.000 ευρώ ετησίως, που αντιστοιχεί σε ετησιοποιημένη δημοσιονομική ελάφρυνση 1,6 δισ. ευρώ. Η μεταρρύθμιση περιλαμβάνει μεγαλύτερες ελαφρύνσεις για νεότερους φορολογούμενους και οικογένειες, με το ποσοστό ελάφρυνσης να συνδέεται με τον αριθμό εξαρτώμενων τέκνων.

Τα έσοδα από τη φορολογία των επιχειρηματικών κερδών κατέγραψαν ισχυρή μέση ετήσια αύξηση 24,4% την περίοδο 2022-2025, που αντιστοιχεί σε σωρευτική αύξηση 4,2 δισ. ευρώ ή 1,2% του ΑΕΠ. Η επίδοση αυτή ερμηνεύεται από την έντονη άνοδο της κερδοφορίας των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, με το ακαθάριστο λειτουργικό τους πλεόνασμα να αυξάνεται με μέσο ετήσιο ρυθμό 9,9%. Επιπλέον, η επιτάχυνση της ίδρυσης νέων επιχειρήσεων και η συρρίκνωση της άτυπης επιχειρηματικότητας συνέβαλαν στην άνοδο των εσόδων.

Δημοσιονομικές προοπτικές και διαχείριση χρέους

Η αξιόπιστη συγκράτηση των πρωτογενών δαπανών διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο, με το ποσοστό τους στο ΑΕΠ να υποχωρεί σε πολυετές χαμηλό την περίοδο 2024-2025, στο 45,1% του ΑΕΠ έναντι 47,4% για τον μέσο όρο της ΕΕ. Η σημαντική βελτίωση τόσο στα φορολογικά έσοδα όσο και στις δαπάνες αποτυπώνεται στην πορεία υλοποίησης του προϋπολογισμού στο τετράμηνο του 2026, με το πρωτογενές πλεόνασμα να υπερβαίνει κατά 0,5% του ΑΕΠ το περυσινό του επίπεδο. Η ανάλυση συνάδει με πλεόνασμα περίπου 4,0% του ΑΕΠ για το 2026, έναντι αναθεωρημένου στόχου 3,2%, και στο 3,5% για το 2027, έναντι στόχου 2,7%.

Τα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα των τελευταίων ετών απομείωσαν κατά περίπου 12 ποσοστιαίες μονάδες το ποσοστό του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ την τελευταία τετραετία, έναντι συνολικής μείωσης 51 ποσοστιαίων μονάδων του λόγου χρέους προς ΑΕΠ μεταξύ 2022-2025. Υπό την τρέχουσα δημοσιονομική και μακροοικονομική τροχιά, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ προβλέπεται να μειωθεί περαιτέρω, κατά περισσότερες από 20 ποσοστιαίες μονάδες και χαμηλότερα από το 120% του ΑΕΠ έως το 2029.