Οσμή συγκάλυψης και νέου «μπαζώματος», αυτή τη φορά με τη σφραγίδα ειδικών και επιστημόνων, αναδύεται με ένταση και από την υπόθεση των περιβόητων βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας που συγκρούστηκε με το IC-62 στα Τέμπη, όπου 57 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις 28 Φεβρουαρίου 2023, σε ένα έγκλημα που εξακολουθεί να συνταράσσει την κοινωνία ακόμη και τρία χρόνια αργότερα. Σύμφωνα με πληροφορίες που αποκαλύπτει το documentonews.gr, η συμπληρωματική τεχνική έκθεση και η σύνοψη ευρημάτων ψηφιακής εγκληματολογίας που αναμένεται να εισφερθούν στη δίκη για τα εξαφανισμένα βίντεο προμηνύουν πραγματικό σεισμό.
Πρόκειται για συμπληρωματική τεχνική έκθεση και συνοδευτική σύνοψη ευρημάτων από ειδικούς της ψηφιακής εγκληματολογίας, στο πλαίσιο της δίκης που αφορά την εξαφάνιση, αλλοίωση και απόκρυψη βίντεο από κάμερες ασφαλείας, σταθμούς και άλλες κρίσιμες πηγές γύρω από το σιδηροδρομικό δυστύχημα. Την έκθεση υπογράφουν ο Βασίλης Κοκοτσάκης, ο Εμμανουήλ Παπαδάκης, ο Μάρκος Χρυσός και ο Federico Carrasco, τεχνικοί σύμβουλοι οικογενειών θυμάτων, οι οποίοι καταλήγουν σε συμπεράσματα που τινάζουν στον αέρα το επίσημο αφήγημα. Με βάση τα τεχνικά δεδομένα που ανέλυσαν, δηλώνουν ρητά ότι δεν είναι δυνατή η επιστημονική πιστοποίηση της αυθεντικότητας των τριών βίντεο.
Το εύρημα αυτό δεν στέκεται μόνο του. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια συνολική εικόνα συστηματικής παρέμβασης πάνω στα ψηφιακά ίχνη της υπόθεσης. Οι ειδικοί περιγράφουν μια κατάσταση που παραπέμπει ευθέως στην πρακτική kill the cameras, μια μέθοδο που στο πεδίο της ψηφιακής εγκληματολογίας συνδέεται με αποφυγή ή παρεμπόδιση καταγραφής, με παραβίαση ή σκόπιμη απενεργοποίηση συστημάτων επιτήρησης και με αλλοίωση ή διαγραφή ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων. Το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο, σύμφωνα πάντα με την ίδια έκθεση, είναι ότι καταγράφονται διαγραφές ακόμη και αφού οι δίσκοι είχαν ήδη κατασχεθεί και ενώ βρίσκονταν στα χέρια της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών και της Αστυνομίας.
Οι τεχνικοί σύμβουλοι σημειώνουν ότι η νέα αυτή έκθεση αποτελεί σύνοψη και επικαιροποίηση προηγούμενων τεχνικών εκθέσεων, ενσωματώνοντας νέα κρίσιμα στοιχεία που προέκυψαν από τη συνεχιζόμενη έρευνα της ομάδας τους. Ο διακηρυγμένος σκοπός είναι η ανάδειξη της συνολικής εικόνας αλλοίωσης των πειστηρίων. Και αυτή η εικόνα μόνο ως τυχαία ή αποσπασματική δεν μπορεί να παρουσιαστεί. Από τα νέα δεδομένα προκύπτει ότι η φωτογραμμετρική ανάλυση των πλατφορμών των βαγονιών στα βίντεο της INTERSTAR εμφανίζει ασυμβατότητες με τα τεχνικά σχέδια των βαγονιών που χρησιμοποιήθηκαν στη μοιραία αμαξοστοιχία. Το πρόβλημα, συνεπώς, δεν περιορίζεται σε δευτερεύουσες τεχνικές λεπτομέρειες, αλλά αγγίζει το ίδιο το περιεχόμενο του υλικού και τη σχέση του με το πραγματικό συμβάν.
Παράλληλα, οι ειδικοί αναδεικνύουν ακόμη μία εξαιρετικά κρίσιμη πτυχή. Η ανάλυση της διαδικτυακής συζήτησης γύρω από τα βίντεο δείχνει ότι στοιχεία για το περιεχόμενό τους κυκλοφορούσαν ή περιγράφονταν πριν από την επίσημη ανάκτησή τους από τον λεγόμενο «κάδο απορριμμάτων». Κατά συνέπεια, ενισχύεται καθοριστικά το συμπέρασμα ότι το USB που παραδόθηκε στις 5 Φεβρουαρίου περιείχε υλικό ήδη γνωστό και ήδη επεξεργασμένο, κάτι που γκρεμίζει το αφήγημα της δήθεν «τυχαίας εύρεσης» στις 8 Φεβρουαρίου. Με απλά λόγια, το σενάριο της καθυστερημένης και συμπτωματικής ανακάλυψης μοιάζει να καταρρέει κάτω από το βάρος των ίδιων των τεχνικών δεδομένων.
Η έκθεση επιμένει ιδιαίτερα και στο μη αναστρέψιμο κενό που δημιουργεί η τεράστια χρονική καθυστέρηση. Οι συντάκτες της υπογραμμίζουν ότι η παρέλευση δύο ετών δημιουργεί τεχνικά μη αναστρέψιμο κενό στην αλυσίδα διατήρησης των ψηφιακών αποδεικτικών στοιχείων και καθιστά αδύνατη την επιστημονική πιστοποίηση της πρωτογενούς προέλευσής τους. Μετά από περίπου 700 ημέρες λειτουργίας ή αδράνειας των ψηφιακών συστημάτων, οποιοδήποτε υλικό εμφανίζεται δεν μπορεί πλέον να θεωρείται πρωτογενές, καθώς στο μεταξύ έχουν μεσολαβήσει φυσικές διαδικασίες επανεγγραφής, αλλοίωσης ή διαγραφής που καθιστούν αδύνατη την ανάκτηση των αρχικών δεδομένων. Η αξιοπιστία της ακεραιότητας, τονίζουν, έχει χαθεί οριστικά.
Το ακόμη πιο βαρύ στοιχείο είναι πως για την τεχνική ομάδα η διαγραφή υλικού δεν αποτελεί υπόθεση ούτε εικασία, αλλά ξεκάθαρο δεδομένο. Όπως αναφέρεται, αρχεία άρχισαν να διαγράφονται χειροκίνητα από τον φάκελο «ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ» λίγες μόλις ώρες μετά την τραγωδία και όχι λόγω αυτοματοποιημένων διαδικασιών. Στη συνέχεια, διαπιστώθηκε μαζική διαγραφή 1.836 αρχείων backup ελάχιστα λεπτά πριν από την κατάσχεση που έγινε σχεδόν δύο ολόκληρα χρόνια μετά το δυστύχημα, στις 10 Φεβρουαρίου 2025. Και σαν να μην αρκούσε αυτό, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται, οι διαγραφές συνεχίστηκαν σε διάστημα λεπτών, ωρών και ημερών ακόμη και μετά την κατάσχεση, ενώ τυπικά το ψηφιακό υλικό και τα συστήματα βρίσκονταν ήδη υπό τη δικαιοδοσία της ΔΕΕ. Η περιγραφή αυτή συνθέτει μια εικόνα «ψηφιακού μπαζώματος» που δύσκολα μπορεί να αποδοθεί σε απλή αμέλεια ή χάος.
Η έκθεση είναι σαφής και ως προς τις διαδικασίες που δεν τηρήθηκαν. Οι ειδικοί διαπιστώνουν ότι καμία από τις προβλεπόμενες ενέργειες δεν υλοποιήθηκε και ότι δεν κινήθηκε καμία προβλεπόμενη διαδικασία πρωτοκόλλου για τα επίμαχα βίντεο. Αντί γι’ αυτό, εντοπίζουν σειρά παράτυπων ενεργειών, με κυριότερες τις διαγραφές, οι οποίες, όπως αναφέρουν, φανερώνουν πρόδηλο σκοπό απόκρυψης και αλλοίωσης της πραγματικής ψηφιακής εικόνας των γεγονότων. Στο πεδίο αυτό η υπόθεση παύει να είναι μια τεχνική διαμάχη μεταξύ πραγματογνωμόνων και μετατρέπεται σε βαρύ ζήτημα αξιοπιστίας της ίδιας της ανακριτικής διαδικασίας.
Οι τεχνικοί σύμβουλοι αναφέρουν επίσης ότι υπάρχουν πλάνα που λείπουν από τις κρίσιμες στιγμές της φόρτωσης της εμπορικής αμαξοστοιχίας, ενώ ταυτόχρονα εντόπισαν ασυνέχειες στα metadata. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι τα επίμαχα στοιχεία είχαν οργανωθεί μεθοδικά σε φάκελο με την ονομασία «ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ». Στην έκθεση επισημαίνεται ότι η ύπαρξη αυτού του φακέλου και η επιλεκτική αφαίρεση περιεχομένου από αυτόν αποδεικνύουν σχεδιασμό, στόχευση και συνειδητή επιλογή συγκεκριμένων αρχείων προς διαγραφή. Δεν πρόκειται, σημειώνουν, για αμελή διαχείριση αποθηκευτικού χώρου, αλλά για οργανωμένη ενέργεια με ξεκάθαρο αντικείμενο το ίδιο το συμβάν. Μάλιστα εντοπίστηκαν αρχεία εικόνας με τον τίτλο «ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ» που διαγράφηκαν άμεσα, γεγονός που εγείρει ευθέως το ερώτημα αν υπήρχε από την πρώτη στιγμή πλήρης επίγνωση του τι έπρεπε να εξαφανιστεί.
Οι αποκαλύψεις για τη χρονική αλληλουχία των διαγραφών προσθέτουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι οι διαγραφές συνεχίζονταν καθ’ όλη τη διάρκεια που οι δίσκοι παρέμεναν στα χέρια της ιδιωτικής εταιρείας, φτάνοντας μέχρι και δύο λεπτά πριν από την κατάσχεσή τους από την αστυνομία στις 10 Φεβρουαρίου 2025. Επικαλούμενοι την έκθεση κατάσχεσης της ΔΕΕ, αναφέρουν ότι την ώρα που η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη, γίνονταν διαγραφές σημαντικών αρχείων backup στον P2-SERVER της εταιρείας Interstar. Και εδώ η υπόθεση αποκτά χαρακτηριστικά θεσμικού εφιάλτη, αφού καταγράφονται διαγραφές και μετά την κατάσχεση, όταν οι δίσκοι βρίσκονταν ήδη στα χέρια των κρατικών αρχών. Ακόμη πιο εξοργιστικό είναι, κατά την έκθεση, ότι κατά τη διάρκεια των καταθέσεων των υπαλλήλων της Interstar που ανέφεραν πως ανέκτησαν τα βίντεο από τον κάδο, εξακολουθούσαν να πραγματοποιούνται ενέργειες και διαγραφές στους servers.
Μετά την κατάσχεση και τις καταθέσεις, ακολούθησαν μαζικές διαγραφές χρήσιμων αρχείων συστήματος από τον P4-SERVER τις πρώτες πρωινές ώρες της 11ης Φεβρουαρίου 2025. Σύμφωνα με την έκθεση, η διαγραφή αυτών των αρχείων είχε ως συνέπεια να χαθεί η δυνατότητα «έξυπνης» επαναφοράς των backups, δηλαδή μιας κρίσιμης τεχνικής δυνατότητας για την αποκατάσταση του συστήματος και την πληρέστερη ανάκτηση στοιχείων. Η εξέλιξη αυτή, όπως σημειώνεται, εγείρει πιθανές ποινικές ευθύνες τόσο για όσους είχαν πρόσβαση στο υλικό όσο και για όσους όφειλαν να το διασφαλίσουν. Ταυτόχρονα, θέτει εν αμφιβόλω όχι μόνο την ακεραιότητα των αποδεικτικών στοιχείων, αλλά και την ίδια τη δυνατότητα της Δικαιοσύνης να βασιστεί σε αυτά ως γνήσια, πλήρη και αναλλοίωτα.
Εξαιρετικά σοβαρό είναι και το ζήτημα της επιλεκτικής διαρροής. Από τα συνολικά 1.622 λεπτά βίντεο που, σύμφωνα με την έκθεση, οργανώθηκαν στον φάκελο «ΔΥΣΤΥΧΗΜΑ» και στη συνέχεια διαγράφηκαν, έχουν δοθεί στη δημοσιότητα μόλις 73 λεπτά. Αυτή η επιλεκτική δημοσιοποίηση, σημειώνουν οι ειδικοί, εγείρει κρίσιμα ερωτήματα για τα κριτήρια επιλογής, για τη χρονική στιγμή της διαρροής και για τη σκοπιμότητα που τη συνόδευσε. Πολύ περισσότερο όταν, όπως προκύπτει, τα τρία συγκεκριμένα βίντεο αποτελούν μέρος του όγκου δεδομένων από τον ίδιο φάκελο, στον οποίο είχαν ήδη σημειωθεί διαγραφές από τον Νοέμβριο του 2024.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στον ιστότοπο ellinikahoaxes. Σύμφωνα με την έκθεση, ο συγκεκριμένος ιστότοπος συνέταξε αναφορά με σκοπό να αποδομήσει την τεχνική εργασία των συμβούλων των οικογενειών. Ωστόσο, εξετάζοντας αναλυτικά το περιεχόμενο της αναφοράς αυτής, οι τεχνικοί σύμβουλοι δηλώνουν ότι προκύπτουν αποκαλυπτικά στοιχεία. Όπως υποστηρίζουν, τα ellinikahoaxes εμφανίζονται να έχουν στη διάθεσή τους τρία νέα αρχεία βίντεο που αφορούν τις κάμερες 3, 4 και 5, τα οποία όμως φέρουν διαφορετική ονομασία, διαφορετικό κωδικό κάμερας, διαφορετικό χρονικό διάστημα καταγραφής, διαφορετική διάρκεια και διαφορετικό περιεχόμενο. Στην περίπτωση της κάμερας 3, μάλιστα, οι διαφοροποιήσεις περιγράφονται ως εμφανείς και ουσιώδεις. Το στοιχείο αυτό ανοίγει νέο κύκλο ερωτημάτων για το ποιο υλικό κυκλοφόρησε, πότε, από πού και υπό ποιες συνθήκες.
Το συμπέρασμα που αναδύεται από την έκθεση είναι συντριπτικό. Δεν πρόκειται απλώς για τεχνικές αστοχίες ή για έναν κακοδιαχειρισμένο όγκο ψηφιακών δεδομένων. Πρόκειται για υπόθεση στην οποία, σύμφωνα με τους ειδικούς, δεν τηρήθηκαν τα στοιχειώδη πρωτόκολλα ψηφιακής διασφάλισης αποδεικτικών στοιχείων. Δεν έγινε άμεση κατάσχεση και κλωνοποίηση των δίσκων με forensic imaging, δεν προστατεύθηκε η αλυσίδα φύλαξης, δεν αποτράπηκαν οι διαγραφές και δεν υπήρξε, τουλάχιστον με τρόπο που να έχει παρουσιαστεί δημόσια, εξαντλητική και ανεξάρτητη τεχνική διερεύνηση από εξειδικευμένα εργαστήρια ψηφιακής εγκληματολογίας. Η ορθή πρακτική, υπογραμμίζουν, θα ήταν η αποστολή των φυσικών δίσκων σε αναγνωρισμένα και φερέγγυα εργαστήρια, ώστε να επιχειρηθεί πλήρης ανάκτηση με επιστημονικές μεθόδους. Μόνο τότε θα μπορούσε να ειπωθεί με τεχνικούς όρους, και όχι με θεωρητικές εκτιμήσεις, αν τα δεδομένα μπορούν να ανακτηθούν ή αν έχουν χαθεί οριστικά.
Όσα περιγράφονται στην έκθεση δεν μυρίζουν απλώς συγκάλυψη. Δείχνουν μια υπόθεση όπου το ψηφιακό αποτύπωμα του εγκλήματος στα Τέμπη εμφανίζεται να έχει δεχθεί στοχευμένες παρεμβάσεις, όπου η αλυσίδα φύλαξης μοιάζει να έχει διαρραγεί και όπου η ίδια η αξιοπιστία της ανακριτικής διαδικασίας δέχεται ένα βαρύ πλήγμα. Και αν όλα αυτά επιβεβαιωθούν στο ακροατήριο, τότε το ερώτημα δεν θα είναι μόνο ποιος διέγραψε τι και πότε. Το πραγματικό ερώτημα θα είναι πόσοι ήξεραν, πόσοι σιώπησαν και πόσοι άφησαν να στηθεί πάνω σε 57 νεκρούς ένα ακόμη σκηνικό θεσμικής παραποίησης.
Πιο Δημοφιλή
Πότε είναι το παιδί έτοιμο για το πρώτο κινητό;
Η Ελλάδα παραχωρεί δεκάδες βλήματα Patriot στη Μέση Ανατολή!
Πιο Πρόσφατα
Η κυβέρνηση της αταξίας: Σκάνδαλα, ακρίβεια, ΕΣΥ
Ψηφιακό «μπάζωμα» στα Τέμπη