Συνταγματική αναθεώρηση: Οι προτάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και το μήνυμα Πικραμένου

Τις προτάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας για την επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση απέστειλε ο πρόεδρος του Δικαστηρίου, Μιχάλης Πικραμένος, στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, στον πρωθυπουργό, στον υπουργό Δικαιοσύνης και στους αρχηγούς των πολιτικών κομμάτων. Η παρέμβαση του ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου γίνεται με αφορμή τη συμπλήρωση 50 ετών από την ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και ενόψει της νέας αναθεωρητικής διαδικασίας.

Μαζί με τις προτάσεις, ο κ. Πικραμένος απέστειλε επιστολή, στην οποία υπογραμμίζεται η ανάγκη σεβασμού της συνταγματικής παράδοσης και της θεσμικής ισορροπίας. Στο κείμενο τονίζεται ότι η πρωτοβουλία και η πολιτική ευθύνη για την αναθεώρηση ανήκουν στην πολιτική εξουσία, ενώ ο ρόλος της Δικαιοσύνης περιορίζεται στην πιστή τήρηση και εφαρμογή του Συντάγματος.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας επισημαίνει ότι το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο έχει αποδείξει την ανθεκτικότητά του μέσα στον χρόνο και στις κρίσεις. Η αντοχή αυτή αποδίδεται κυρίως στις εγγυήσεις του κράτους δικαίου, στη διάκριση των εξουσιών, στη δικαστική ανεξαρτησία και στον έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων.

Το ΣτΕ υπέρ περιορισμένων και σημειακών αλλαγών

Σύμφωνα με την επιστολή, το σύστημα απονομής της Δικαιοσύνης, ιδίως η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης και ο τρόπος ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων, λειτουργεί αποτελεσματικά. Για τον λόγο αυτό, το ΣτΕ θεωρεί ότι το υφιστάμενο πλαίσιο επιδέχεται μόνο περιορισμένες και στοχευμένες βελτιώσεις, χωρίς παρεμβάσεις που θα μπορούσαν να διαταράξουν την εσωτερική συνοχή του Συντάγματος.

Ο Μιχάλης Πικραμένος αναφέρει ότι η συμπλήρωση μισού αιώνα από την ψήφιση του Συντάγματος θα ήταν από μόνη της επαρκής αφορμή για θεσμικό αναστοχασμό. Η προαναγγελία νέας αναθεωρητικής διαδικασίας ενισχύει ακόμη περισσότερο την ανάγκη νηφάλιας αποτίμησης, ειδικά στα ζητήματα που αφορούν την οργάνωση και τη λειτουργία της Δικαιοσύνης.

Στην επιστολή υπογραμμίζεται ότι μέσω του Συντάγματος συγκροτείται η συλλογική πολιτική ταυτότητα του λαού, καθορίζονται οι διαδικασίες σχηματισμού της κοινής βούλησης και τίθενται τα όρια της κρατικής εξουσίας. Χωρίς αυτά τα όρια, όπως σημειώνεται, δεν μπορεί να υπάρξει συντεταγμένη πολιτική κοινότητα, παρά μόνο αυθαίρετη επιβολή. Η Δικαιοσύνη εμφανίζεται, σε αυτό το πλαίσιο, ως θεσμικός φύλακας των ορίων αυτών.

Ο πρόεδρος του ΣτΕ αναγνωρίζει ότι η δικαστική εξουσία δεν έχει πολιτική νομιμοποίηση να καθορίσει την αναθεωρητική διαδικασία. Έχει, όμως, ευθύνη να τοποθετηθεί στα ζητήματα που σχετίζονται με τη συνταγματική θωράκιση της αποστολής της και με τις εγγυήσεις τήρησης του Συντάγματος συνολικά.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον ιστορικό ρόλο του Συμβουλίου της Επικρατείας ως ανώτατου διοικητικού δικαστηρίου, στο οποίο ανακύπτουν συχνά μείζονα ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας. Το Δικαστήριο περιγράφεται ως ο κατεξοχήν θεσμός επίλυσης συνταγματικών διαφορών στο πεδίο της διοικητικής δικαιοσύνης, με υποχρέωση νηφαλιότητας, μετριοπάθειας και αυτοσυγκράτησης.

Η συνταγματική παράδοση και η αντοχή του Συντάγματος του 1975

Το ΣτΕ προσεγγίζει τη συνταγματική αναθεώρηση με αναφορά στην ελληνική συνταγματική παράδοση, στις ιστορικές εμπειρίες του εθνικού διχασμού, των πολιτειακών κρίσεων, της δικτατορίας και της μεταπολίτευσης. Στην επιστολή επισημαίνεται ότι οι κρίσεις του 20ού αιώνα συχνά οδήγησαν σε υποτίμηση των βαθιών κοινοβουλευτικών και συνταγματικών ριζών της χώρας, οι οποίες συγκαταλέγονται στις παλαιότερες της Ευρώπης.

Ο κ. Πικραμένος αναφέρεται στη μεταρρυθμιστική σημασία του Συντάγματος του 1911, καθώς και στη σοφία και τη διορατικότητα της Αναθεωρητικής Βουλής του 1975. Κατά την προσέγγιση του ΣτΕ, οι διατάξεις του Συντάγματος του 1975 διαμορφώθηκαν μέσα σε μια ιστορικά μοναδική συγκυρία, η οποία επέβαλε σύνεση, θεσμική αυτοσυγκράτηση και προοπτική πέρα από τις ανάγκες της άμεσης πολιτικής στιγμής.

Το ανώτατο δικαστήριο υπογραμμίζει ότι κανένα συνταγματικό κείμενο δεν μπορεί από μόνο του να προστατεύσει μια κοινωνία από την περιφρόνηση των θεσμών ή από τη βία. Οι πολιτικές και πολιτειακές κρίσεις που βίωσε η χώρα δεν αποδίδονται στο ίδιο το Σύνταγμα, αλλά στις πολιτικές συνθήκες και στις συμπεριφορές που κατά καιρούς υπονόμευσαν τη θεσμική ομαλότητα.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην περίοδο της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Το ΣτΕ σημειώνει ότι οι συνταγματικές διατάξεις δοκιμάστηκαν σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες και δεν αποδείχθηκαν ελλιπείς. Η διαχείριση των κρίσεων, η πρόληψή τους και η προσαρμογή σε ένα μεταβαλλόμενο διεθνές περιβάλλον χαρακτηρίζονται έργο της πολιτικής και όχι του Συντάγματος.

Κατά το Συμβούλιο της Επικρατείας, το ισχύον συνταγματικό πλαίσιο δεν βρέθηκε κατώτερο των περιστάσεων. Η σταθερότητα και η αποτελεσματικότητα των θεσμών στηρίχθηκαν στο συνεκτικό πλέγμα δικαιοκρατικών εγγυήσεων και στον δικαστικό έλεγχο, ο οποίος διασφαλίζει τη διαρκή επικαιρότητα και αποτελεσματικότητα του Συντάγματος.

Δικαστική ανεξαρτησία, διοικητική δικαιοσύνη και συνταγματικός έλεγχος

Στον πυρήνα των εγγυήσεων του κράτους δικαίου, όπως αναφέρει το ΣτΕ, βρίσκονται η ισοτιμία των τριών συντεταγμένων εξουσιών, οι προσωπικές και λειτουργικές εγγυήσεις της δικαστικής ανεξαρτησίας και η οργάνωση της διοικητικής δικαιοσύνης. Η σημερινή δομή του ελέγχου συνταγματικότητας των νόμων θεωρείται αποτέλεσμα μακράς συνταγματικής παράδοσης και ώριμης θεσμικής εμπειρίας.

Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η συμμετοχή των δικαστών στη διαδικασία επιλογής προέδρων και αντιπροέδρων των ανωτάτων δικαστηρίων έχει ήδη κατοχυρωθεί σε επίπεδο νόμου. Παράλληλα, εκτιμά ότι η δικαστική ανεξαρτησία, στο μέτρο που εξαρτάται από το Σύνταγμα, προστατεύεται κατά τρόπο που υπερκαλύπτει τα διεθνή πρότυπα.

Στο πλαίσιο αυτό, το ΣτΕ προειδοποιεί ότι τυχόν διατάραξη της υφιστάμενης ισορροπίας μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή θεσμική οπισθοχώρηση. Η επιστολή επισημαίνει ότι το σύστημα έχει οργανωθεί ανά κλάδο δικαιοδοσίας, με εγγύηση των Ολομελειών των οικείων ανωτάτων δικαστηρίων, και έχει αποδείξει τη λειτουργικότητά του στην πράξη.

Η διοικητική δικαιοσύνη περιγράφεται ως δίκτυο με κέντρο το Συμβούλιο της Επικρατείας, σε συνεργασία με τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια της ουσίας. Η κατανομή των αρμοδιοτήτων, η οργάνωση των ενδίκων μέσων, η πρότυπη δίκη και τα προδικαστικά ερωτήματα παρουσιάζονται ως θεσμοί που εξυπηρετούν την αποτελεσματική δικαστική προστασία και βρίσκονται σε αρμονία με τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας.

Για τις συνταγματικές διαφορές, το ΣτΕ επισημαίνει ότι η επίλυσή τους γίνεται με θεσμική επάρκεια, χωρίς βιασύνη και με γνώση των πραγματικών συνεπειών κάθε εφαρμοζόμενου νόμου. Η δικονομική διαρρύθμιση, όπως τονίζεται, επιτρέπει στάθμιση των πραγματικών καταστάσεων και προστασία καλόπιστων διοικουμένων, ειδικά σε συνδυασμό με την πιλοτική δίκη και το προδικαστικό ερώτημα.

Στην κατακλείδα της επιστολής, ο κ. Πικραμένος τονίζει ότι ο σεβασμός στη συνταγματική παράδοση αποτελεί την ισχυρότερη εγγύηση ώστε το Σύνταγμα να παραμείνει ανθεκτικό και επίκαιρο. Η πιστή τήρηση και η ερμηνεία του με όραμα θεωρούνται επαρκείς προϋποθέσεις για να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της εποχής.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας υπογραμμίζει ότι κανένα ανθρώπινο δημιούργημα δεν είναι τέλειο, ούτε χρειάζεται να είναι. Εκείνο που έχει σημασία είναι να μπορεί να βλέπει τη μεγάλη εικόνα και να υπερβαίνει τη στενή συγκυρία. Η ιστορική περίοδος του 1975, που επέτρεψε στους συνταγματικούς νομοθέτες να κινηθούν με σωφροσύνη και διορατικότητα, χαρακτηρίζεται μοναδική και μη επαναλήψιμη.

Με βάση αυτή τη θεώρηση, το ΣτΕ καταλήγει ότι το ισχύον Σύνταγμα επιδέχεται μόνο οριακές και σημειακές βελτιώσεις. Πέρα από αυτές, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, υπάρχει κίνδυνος κλονισμού της συνοχής και της ισορροπίας του συνταγματικού οικοδομήματος.

Η επιστολή κλείνει με σαφή θεσμική προτροπή: απέναντι στο ισχύον Σύνταγμα απαιτούνται σεβασμός, τήρηση και σεμνότητα. Το Συμβούλιο της Επικρατείας χαρακτηρίζει αυτή τη στάση ζήτημα πατριωτισμού, καταθέτοντας τα πορίσματα της Ολομέλειάς του στον δημόσιο διάλογο με σκοπό να συμβάλει σε μια νηφάλια, μετρημένη και υπεύθυνη αναζήτηση λύσεων για τις προκλήσεις της εποχής.