4 Σεπτεμβρίου 2026

Σκέρτσος μιλά για «στεγαστική επιτυχία» – Οι νέοι όμως πνίγονται ακόμη στα ενοίκια

Τον κυβερνητικό απολογισμό για τη στεγαστική πολιτική επιχειρεί να παρουσιάσει ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος, προβάλλοντας τα προγράμματα «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ» ως βασικούς πυλώνες μιας στρατηγικής συνολικού ύψους άνω των 6,5 δισ. ευρώ. Τα στοιχεία δείχνουν ότι περισσότερα από 23.000 νοικοκυριά προχώρησαν σε αγορά πρώτης κατοικίας μέσω των δύο προγραμμάτων. Το μεγάλο ζήτημα, ωστόσο, παραμένει εάν αυτή η παρέμβαση μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά την καθημερινότητα μιας πολύ μεγαλύτερης ομάδας νέων και οικογενειών που εξακολουθούν να βρίσκονται αντιμέτωποι με υψηλά ενοίκια και περιορισμένη προσφορά προσιτής κατοικίας.

Σε ανάρτησή του, ο υπουργός Επικρατείας συνδέει το στεγαστικό με το δημογραφικό και την κοινωνική συνοχή, επισημαίνοντας ότι για τις προηγούμενες γενιές η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας αποτελούσε έναν πολύ πιο εφικτό στόχο, ενώ μετά τη δεκαετή οικονομική κρίση οι συνθήκες άλλαξαν δραματικά.

Κατά τον Άκη Σκέρτσο, η δυνατότητα ενός νέου ζευγαριού να αποκτήσει σταθερή και οικονομικά προσιτή κατοικία επηρεάζει άμεσα και τις αποφάσεις του για τη δημιουργία οικογένειας. Υπό αυτή την έννοια, το στεγαστικό παρουσιάζεται από την κυβέρνηση όχι μόνο ως οικονομικό ζήτημα, αλλά ως κοινωνικό, δημογραφικό και βαθιά πολιτικό πρόβλημα.

Ο υπουργός υπενθυμίζει ότι από το 2022 ξεκίνησε ο σχεδιασμός του πρώτου προγράμματος «Σπίτι μου», σε συνεργασία με τον Σπύρο Πρωτοψάλτη και τον Κωστή Χατζηδάκη, με στόχο να διαμορφωθεί σταδιακά ένα περισσότερο συνεκτικό πλαίσιο στεγαστικής πολιτικής.

Στη συνέχεια δημιουργήθηκε το υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας, το οποίο ανέλαβε και την αρμοδιότητα για τη στέγαση. Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι σήμερα εφαρμόζει πλέον μια Εθνική Στρατηγική για το Στεγαστικό, με περισσότερες από 40 διαφορετικές παρεμβάσεις και συνολικούς πόρους που ξεπερνούν τα 6,5 δισ. ευρώ.

Πάνω από 23.000 συμβάσεις μέσω «Σπίτι μου Ι» και «Σπίτι μου ΙΙ»

Στο επίκεντρο του κυβερνητικού απολογισμού βρίσκονται τα δύο προγράμματα χαμηλότοκης στεγαστικής πίστης.

Το «Σπίτι μου Ι» οδήγησε, κατά τα στοιχεία που παραθέτει ο Άκης Σκέρτσος, σε περίπου 8.900 συμβάσεις στεγαστικών δανείων. Ακολούθησε το «Σπίτι μου ΙΙ», το οποίο χρηματοδοτήθηκε με τη συμμετοχή πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και οδήγησε στην υπογραφή περισσότερων από 14.100 συμβάσεων για αγορά πρώτης κατοικίας.

Σωρευτικά, τα δύο προγράμματα ξεπερνούν τις 23.000 χρηματοδοτήσεις νοικοκυριών μέσα σε διάστημα περίπου τριών ετών. Η κυβερνητική θέση είναι ότι για τους συγκεκριμένους δικαιούχους η επιδοτούμενη χρηματοδότηση καθιστά τη μηνιαία δόση σημαντικά χαμηλότερη σε σχέση με το κόστος που θα είχαν εάν συνέχιζαν να πληρώνουν ενοίκιο.

Ο υπουργός επιχειρεί μάλιστα να αποτυπώσει την κλίμακα της παρέμβασης συγκρίνοντας τον συνολικό αριθμό των ωφελούμενων νοικοκυριών με τον πληθυσμό μιας ελληνικής πόλης όπως η Καλαμάτα, τα Χανιά, η Αλεξανδρούπολη ή τα Ιωάννινα.

Η σύγκριση έχει επικοινωνιακή δύναμη, όμως δεν αρκεί από μόνη της για να αποτυπώσει την πραγματική έκταση του στεγαστικού προβλήματος. Τα 23.000 νοικοκυριά αποτελούν συγκεκριμένο και μετρήσιμο αποτέλεσμα, την ώρα που η πίεση στην αγορά κατοικίας αφορά πολύ περισσότερους πολίτες οι οποίοι είτε δεν πληρούν τα τραπεζικά ή εισοδηματικά κριτήρια είτε δεν βρίσκουν κατάλληλο ακίνητο σε τιμή που μπορούν να υποστηρίξουν.

Άλλωστε, ακόμη και ένα χαμηλότοκο στεγαστικό δάνειο προϋποθέτει πρόσβαση σε τραπεζική χρηματοδότηση, διαθέσιμο εισόδημα και επαρκή ίδια συμμετοχή. Για ένα σημαντικό τμήμα της νέας γενιάς, αυτά παραμένουν δύσκολες προϋποθέσεις.

Το ίδιο το πρόβλημα της προσφοράς δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά με φθηνότερο δανεισμό. Όταν αυξάνεται η δυνατότητα αγοράς κατοικίας χωρίς να αυξάνεται αντίστοιχα το διαθέσιμο απόθεμα κατάλληλων ακινήτων, η πίεση στις τιμές δεν εξαφανίζεται αυτομάτως.

40 παρεμβάσεις, αλλά η τελική κρίση βρίσκεται στα ενοίκια και στις τιμές

Ο Άκης Σκέρτσος υπογραμμίζει ότι τα δύο προγράμματα «Σπίτι μου» αποτελούν μόνο ένα μέρος της κυβερνητικής πολιτικής. Μέσω της ψηφιακής πύλης στεγαστικής πολιτικής παρουσιάζονται περισσότερες από 40 δράσεις, οι οποίες κινούνται σε δύο βασικές κατευθύνσεις: στην αύξηση των διαθέσιμων κατοικιών και στην οικονομική στήριξη των νοικοκυριών.

Η κυβέρνηση επιχειρεί έτσι να αντιμετωπίσει το πρόβλημα τόσο από την πλευρά της ζήτησης όσο και από εκείνη της προσφοράς, συνδυάζοντας χρηματοδοτικά προγράμματα, ενισχύσεις, κίνητρα για αξιοποίηση κλειστών ακινήτων και άλλες παρεμβάσεις.

Στην ανάρτησή του, ο υπουργός Επικρατείας σημειώνει ότι η Ελλάδα διατηρεί ιστορικά υψηλότερα επίπεδα ιδιοκατοίκησης σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παραδέχεται, όμως, ότι η πολυετής κρίση, η γήρανση του κτιριακού αποθέματος και η μεγάλη υποχώρηση της οικοδομικής δραστηριότητας την προηγούμενη δεκαετία έχουν δημιουργήσει έλλειψη σύγχρονων κατοικιών που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες νέων οικογενειών.

Εδώ βρίσκεται και το δυσκολότερο κομμάτι του κυβερνητικού στοιχήματος. Η επιτυχία μιας στεγαστικής πολιτικής δεν μετριέται μόνο από τον αριθμό των δανειακών συμβάσεων που υπογράφονται. Κρίνεται από το εάν μειώνεται πραγματικά το βάρος της στέγασης στο οικογενειακό εισόδημα, εάν αυξάνονται οι διαθέσιμες κατοικίες και εάν ένας νέος εργαζόμενος μπορεί να μείνει μόνος του ή να δημιουργήσει οικογένεια χωρίς το ενοίκιο ή τη δόση να απορροφούν δυσανάλογο μέρος του μισθού του.

Η κυβέρνηση επενδύει πολιτικά στην εικόνα ότι το στεγαστικό έχει πλέον αποκτήσει συγκεκριμένο σχέδιο και χρηματοδότηση. Αυτό αποτελεί σαφώς διαφορετική πραγματικότητα από την απουσία οργανωμένων παρεμβάσεων. Δεν σημαίνει, όμως, ότι η κρίση έχει αντιμετωπιστεί.

Για χιλιάδες δικαιούχους τα δύο προγράμματα αποτέλεσαν πραγματική διέξοδο προς την ιδιοκατοίκηση. Για πολύ περισσότερους, όμως, το πρόβλημα εξακολουθεί να βρίσκεται κάθε μήνα μπροστά τους: στην τιμή του ενοικίου, στις απαιτήσεις για αγορά κατοικίας και στην απόσταση ανάμεσα στους μισθούς και στο πραγματικό κόστος στέγασης.

Ο Άκης Σκέρτσος θέτει ως κυβερνητικό στόχο το σπίτι να γίνει ξανά μια «ρεαλιστική δυνατότητα» για τη νέα γενιά, συνδέοντας αυτή την προοπτική με την οικογένεια, την τεκνοποίηση και την ασφάλεια ζωής.

Ακριβώς εκεί θα κριθεί και η πολιτική που σήμερα προβάλλει το Μέγαρο Μαξίμου. Τα 23.000 νοικοκυριά είναι ένας απολογισμός. Η πραγματική επιτυχία θα φανεί όταν η προσιτή κατοικία πάψει να αποτελεί εξαίρεση για όσους χωρούν σε ένα πρόγραμμα και γίνει ξανά ρεαλιστική επιλογή για τη μεγάλη πλειονότητα των νέων ανθρώπων.