29 Αυγούστου 2026

Σύμβαση Cooper: Η συμφωνία που έδωσε για 70 χρόνια τεράστια προνόμια σε αμερικανικά συμφέροντα

Η λεγόμενη «Σύμβαση Cooper» αποτελεί εδώ και δεκαετίες ένα από τα πιο φορτισμένα κεφάλαια της συζήτησης γύρω από την οικονομική εξάρτηση της Ελλάδας, τον ορυκτό της πλούτο και τις σχέσεις του ελληνικού κράτους με τα μεγάλα ξένα οικονομικά συμφέροντα. Πρόκειται για υπαρκτή συμφωνία, η οποία κυρώθηκε το 1940 με τον Αναγκαστικό Νόμο 2220/1940 και αφορούσε πρωτίστως την αξιοποίηση της υδραυλικής δύναμης του Αχελώου, περιλαμβάνοντας όμως ευρύτερες και ιδιαίτερα προνομιακές δυνατότητες βιομηχανικής δραστηριότητας για τον ανάδοχο.

Από αυτό το πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο αναπτύχθηκαν στη συνέχεια πολύ βαρύτεροι ισχυρισμοί: ότι η συμφωνία παρέδιδε στους Αμερικανούς ολόκληρο τον υπόγειο και υποθαλάσσιο πλούτο της Ελλάδας, ότι απαγόρευσε επί δεκαετίες στη χώρα να εκμεταλλευτεί τα κοιτάσματά της, ακόμη και ότι η λήξη της το 2010 συνδέεται με την είσοδο της Ελλάδας στα μνημόνια. Οι ισχυρισμοί αυτοί επαναλαμβάνονται συχνά, χωρίς να τεκμηριώνονται όλοι από το ίδιο το νομικό κείμενο.

Η ιστορική σύμβαση υπογράφηκε λίγο πριν από την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και αφορούσε συνεργασία του Ελληνικού Δημοσίου με εταιρικά σχήματα που συνδέονταν με την αμερικανική Hugh L. Cooper & Co. και την Chemical Construction Corporation.

Ο επίσημος τίτλος του Α.Ν. 2220/1940 ήταν σαφής: «Περί κυρώσεως συμβάσεως διά την παραχώρησιν υδραυλικής δυνάμεως Αχελώου ποταμού». Το αντικείμενό της, ωστόσο, δεν εξαντλούνταν στην κατασκευή ενός απλού υδροηλεκτρικού έργου.

Η συμφωνία έδινε στον ανάδοχο εκτεταμένα δικαιώματα για την παραγωγή και αξιοποίηση ηλεκτρικής ενέργειας, για τη δημιουργία βιομηχανικών εγκαταστάσεων και για την επεξεργασία πρώτων υλών. Παράλληλα, προέβλεπε σημαντικές διευκολύνσεις από το ελληνικό κράτος, ένα πλαίσιο που ακόμη και με τα δεδομένα της εποχής μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα ευνοϊκό για τον ξένο επενδυτή.

Στη σχετική βιβλιογραφία η συμφωνία έχει πολλές φορές περιγραφεί ως χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο το ξένο κεφάλαιο αποκτούσε προνομιακή πρόσβαση σε κρίσιμες ελληνικές υποδομές και πλουτοπαραγωγικές δραστηριότητες.

Τα «ψιλά γράμματα» της συμφωνίας και τα πραγματικά προνόμια

Ιδιαίτερο βάρος έχει δοθεί στα άρθρα 52 και 56 της σύμβασης. Εκεί βρίσκονται διατάξεις που ξεπερνούσαν την απλή κατασκευή υδροηλεκτρικών εγκαταστάσεων στον Αχελώο.

Το άρθρο 52 αφορούσε τη δυνατότητα ίδρυσης βιομηχανικών εγκαταστάσεων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν την παραγόμενη ηλεκτρική ενέργεια για δραστηριότητες ηλεκτρομεταλλουργίας, ηλεκτροχημείας και επεξεργασίας πρώτων υλών.

Αυτό είχε μεγάλη σημασία για την εποχή. Η ηλεκτρική ενέργεια αποτελούσε βασική προϋπόθεση για τη δημιουργία βαριάς βιομηχανίας και η Ελλάδα διέθετε μεταλλευτικούς πόρους, όπως βωξίτη, χρώμιο, νικέλιο και άλλα ορυκτά που μπορούσαν να στηρίξουν βιομηχανικές δραστηριότητες.

Το άρθρο 56 περιλάμβανε επιπλέον δυνατότητες και προνόμια, ενώ η δραστηριότητα δεν περιοριζόταν αποκλειστικά στον Αχελώο. Στο πλαίσιο των σχετικών συμφωνιών υπήρχαν αναφορές και σε άλλους υδάτινους πόρους, όπως ο Αλιάκμονας, ο Μόρνος και ο Φείδαρης.

Η διάρκεια των βασικών δικαιωμάτων έφτανε έως τις 31 Δεκεμβρίου 2010, γεγονός που εξηγεί γιατί η συγκεκριμένη ημερομηνία απέκτησε αργότερα ιδιαίτερο συμβολικό βάρος στη δημόσια συζήτηση.

Από εδώ όμως αρχίζει η μεγάλη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που πραγματικά προέβλεπε η σύμβαση και σε όσα προστέθηκαν στις επόμενες δεκαετίες στη δημόσια αφήγηση γύρω από αυτήν.

Η ύπαρξη ευρύτατων βιομηχανικών προνομίων είναι τεκμηριωμένη. Πολύ διαφορετικό είναι να υποστηρίζεται ότι ολόκληρος ο υπόγειος και υποθαλάσσιος πλούτος της Ελλάδας, μαζί με κάθε πιθανό κοίτασμα πετρελαίου και φυσικού αερίου, παραδόθηκε συλλήβδην σε αμερικανικό consortium για 70 χρόνια. Μια τέτοια γενικευμένη διατύπωση απαιτεί πολύ ισχυρότερη νομική τεκμηρίωση από εκείνη που συνήθως παρουσιάζεται στα σχετικά δημοσιεύματα.

Ανάλογη προσοχή απαιτείται και στον ισχυρισμό ότι η σύμβαση απαγόρευσε στις ελληνικές κυβερνήσεις να μιλούν για τον ορυκτό πλούτο της χώρας. Το κείμενο που έχει κυκλοφορήσει ευρέως υποστηρίζει ότι η πολιτική σιωπή από το 1940 και μετά οφειλόταν στη Cooper. Ωστόσο, άλλο πράγμα είναι η ύπαρξη προνομιακών δικαιωμάτων μιας εταιρείας και άλλο η ύπαρξη μιας γενικής νομικής απαγόρευσης που φίμωνε επί επτά δεκαετίες ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό σύστημα.

Η Σύμβαση Cooper απέκτησε ιδιαίτερη θέση στη μεταπολεμική οικονομική σκέψη και λόγω του έργου του Δημήτρη Μπάτση. Ο νομικός και οικονομολόγος αναφέρθηκε στη συγκεκριμένη συμφωνία στο σημαντικό βιβλίο του «Η βαριά βιομηχανία στην Ελλάδα», που κυκλοφόρησε το 1947.

Ο Μπάτσης υποστήριζε ότι η Ελλάδα διέθετε τις πρώτες ύλες και τις παραγωγικές δυνατότητες για να αποκτήσει σοβαρή βαριά βιομηχανία και επέκρινε τη δομή οικονομικής εξάρτησης της χώρας από το ξένο κεφάλαιο.

Εκτελέστηκε στις 30 Μαρτίου 1952 μαζί με τον Νίκο Μπελογιάννη, τον Ηλία Αργυριάδη και τον Νίκο Καλούμενο, μετά την πολύκροτη υπόθεση των ασυρμάτων.

Στη συνέχεια διαδόθηκε ευρέως ο ισχυρισμός ότι ο Μπάτσης οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα επειδή είχε αποκαλύψει τη Σύμβαση Cooper. Η χρονική και πολιτική σύνδεση χρησιμοποιείται συχνά ως επιχείρημα, όμως δεν αποτελεί από μόνη της ιστορική απόδειξη ότι αυτός ήταν ο λόγος της εκτέλεσής του.

Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν την εκτέλεσή του ακριβώς εξαιτίας των αποκαλύψεών του για την ελληνική βιομηχανία και τον ορυκτό πλούτο. Πρόκειται για πολύ σοβαρή ιστορική κατηγορία, η οποία χρειάζεται τεκμήρια πολύ πέρα από πολιτικές εκτιμήσεις και μεταγενέστερες αφηγήσεις.

Αυτό βεβαίως δεν αναιρεί το πολιτικό περιβάλλον της εποχής. Η Ελλάδα βρισκόταν στον σκληρό πυρήνα του Ψυχρού Πολέμου, η αμερικανική επιρροή ήταν ισχυρή και η υπόθεση Μπελογιάννη είχε τεράστια διεθνή και εσωτερική πολιτική διάσταση.

Το 2010, τα μνημόνια και η θεωρία της «νέας Cooper»

Το σημείο στο οποίο η αφήγηση γίνεται ακόμη πιο εκρηκτική είναι το 2010. Η σύμπτωση της ημερομηνίας λήξης των δικαιωμάτων της Cooper με το ξέσπασμα της ελληνικής κρίσης χρέους έδωσε τροφή σε μια θεωρία που έκτοτε αναπαράγεται συστηματικά.

Η θεωρία υποστηρίζει ότι, μόλις έληξε η εβδομηκονταετής περίοδος της Cooper και η Ελλάδα επρόκειτο να αποκτήσει πλήρη ελευθερία αξιοποίησης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της, ακολούθησε η δημοσιονομική κατάρρευση και η υπαγωγή της χώρας στον μηχανισμό στήριξης.

Σύμφωνα με αυτή την ερμηνεία, τα μνημόνια αποτέλεσαν μια σύγχρονη συνέχεια του ίδιου μηχανισμού εξάρτησης: η παλιά παραχώρηση έληξε και αντικαταστάθηκε από ένα νέο καθεστώς οικονομικής επιτήρησης, ώστε η Ελλάδα να παραμείνει δεσμευμένη και να μη διαχειρίζεται ανεξάρτητα τον φυσικό της πλούτο.

Η σύνδεση είναι πολιτικά εκρηκτική. Δεν προκύπτει όμως τεκμηριωμένα ότι το πρόγραμμα διάσωσης του 2010 δημιουργήθηκε για να αντικαταστήσει τη Σύμβαση Cooper, ούτε ότι αποτελεί νομική επέκτασή της.

Η δανειακή σύμβαση του 2010 περιείχε πράγματι αυστηρούς όρους και ρήτρες σχετικά με τη δικαιοδοσία, την εκτέλεση των υποχρεώσεων και την κρατική ασυλία σε σχέση με τη συγκεκριμένη δανειακή συμφωνία. Αυτό είναι υπαρκτό και αποτέλεσε αντικείμενο έντονης νομικής και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Από εκεί μέχρι τον ισχυρισμό ότι η Ελλάδα «παρέδωσε αμετάκλητα την εθνική της κυριαρχία για 99 χρόνια» ή ότι οι δανειστές απέκτησαν αυτομάτως τον ελληνικό ορυκτό και υποθαλάσσιο πλούτο υπάρχει μεγάλη απόσταση. Τα δύο ζητήματα δεν πρέπει να συγχέονται χωρίς συγκεκριμένη νομική απόδειξη.

Το ίδιο ισχύει για τα γεωπολιτικά σενάρια που ακολούθησαν. Κατά καιρούς έχει υποστηριχθεί ότι η Τουρκία χρησιμοποιείται από μεγάλες δυνάμεις ως μοχλός πίεσης απέναντι στην Ελλάδα, ότι της έχει υποσχεθεί μέρος του Αιγαίου ή ότι οι ελληνοτουρκικές εντάσεις συνδέονται με σχέδιο ελέγχου των ελληνικών υδρογονανθράκων.

Οι αντιθέσεις Ελλάδας και Τουρκίας στο Αιγαίο είναι πραγματικές και σοβαρές. Το ίδιο πραγματικό είναι το διεθνές ενδιαφέρον για τις ενεργειακές πηγές της Ανατολικής Μεσογείου. Δεν τεκμηριώνεται όμως από τη Σύμβαση Cooper ότι υπάρχει ένα ενιαίο, αδιάλειπτο σχέδιο από το 1940 μέχρι σήμερα που συνδέει την αμερικανική εταιρεία, τα μνημόνια, την Τουρκία, το Αιγαίο και τους σύγχρονους υδρογονάνθρακες.

Αυτή ακριβώς η διάκριση είναι κρίσιμη. Η υπερβολή μπορεί τελικά να κρύψει το πραγματικά σημαντικό ιστορικό ζήτημα: η Ελλάδα πράγματι υπέγραψε το 1940 μία εξαιρετικά μακροχρόνια και προνομιακή σύμβαση με αμερικανικά επιχειρηματικά συμφέροντα, σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομική και βιομηχανική της ανάπτυξη βρισκόταν ακόμη σε πρώιμο στάδιο.

Η σύμβαση έδινε σημαντικές δυνατότητες εκμετάλλευσης υδροηλεκτρικής ενέργειας και δημιουργίας βιομηχανικών εγκαταστάσεων, με προνόμια που σήμερα θα προκαλούσαν αυτονόητα σφοδρή πολιτική συζήτηση.

Η ιστορία της Cooper επομένως αξίζει να μελετηθεί χωρίς εξωραϊσμό. Αξίζει επίσης να μελετηθεί χωρίς να φορτώνεται με συμπεράσματα που δεν προκύπτουν από το ίδιο το ΦΕΚ.

Το ουσιαστικό πολιτικό ερώτημα παραμένει επίκαιρο: με ποιους όρους παραχωρεί ένα κράτος τη χρήση κρίσιμων υποδομών και φυσικών πόρων σε ιδιωτικά ή ξένα συμφέροντα, ποιος ελέγχει τις συμφωνίες αυτές και ποιο είναι το πραγματικό όφελος για την κοινωνία.

Η Σύμβαση Cooper δεν χρειάζεται μύθους για να προκαλέσει προβληματισμό. Το ίδιο το ιστορικό της αποτύπωμα, η διάρκεια των παραχωρήσεων και τα βιομηχανικά προνόμια που προβλέφθηκαν το 1940 είναι αρκετά για να ανοίξουν μια σοβαρή συζήτηση για την οικονομική κυριαρχία της Ελλάδας. Εκεί όπου τελειώνουν τα έγγραφα και αρχίζουν οι θεωρίες περί σχεδιασμένης χρεοκοπίας, μυστικής παράδοσης του Αιγαίου ή μιας αδιάλειπτης ξένης ομηρίας έως σήμερα, χρειάζεται ένα πράγμα: τεκμηρίωση.

Δείτε εδώ όλη τη σύμβαση cooper

FEK-27.02.1940- SYMBASH COOPER

https://www.scribd.com/embeds/284176923/content?start_page=1&view_mode=scroll&show_recommendations=true