Το «θαύμα» των αριθμών και η κόλαση της κοινωνίας - Το κυβερνητικό success story συντρίβεται πάνω στη φτώχεια των Ελλήνων

Σε μια τεράστια επικοινωνιακή φούσκα μετατρέπεται το περιβόητο success story της κυβέρνησης, η οποία εδώ και μήνες θριαμβολογεί για ρυθμούς ανάπτυξης πολλαπλάσιους από εκείνους της υπόλοιπης Ευρώπης, για γιγαντωμένα πρωτογενή πλεονάσματα και για φορολογικές επιδόσεις που παρουσιάζονται σχεδόν ως εθνικός θρίαμβος. Πίσω από τους πανηγυρικούς πίνακες και τις θριαμβικές δηλώσεις, η πραγματικότητα που ζουν τα ελληνικά νοικοκυριά είναι ζοφερή, ασφυκτική και βαθιά αποκαρδιωτική. Τα επίσημα στοιχεία αποκαλύπτουν μια κοινωνία εξαντλημένη, με πολίτες που παλεύουν να επιβιώσουν μέσα σε ένα διαρκές καθεστώς φτώχειας, ανασφάλειας και οικονομικής εξουθένωσης.

Οι άνθρωποι που ζουν επί χρόνια με μισθούς εξαθλίωσης, σε μια αγορά εργασίας που έχει μετατραπεί σε πεδίο άγριας εκμετάλλευσης, με δεκάωρα και δεκατριάωρα να βαφτίζονται κανονικότητα, με φόρους που ρουφούν το εισόδημα προτού καν φτάσει στο πορτοφόλι και με ασταμάτητες ανατιμήσεις σε τρόφιμα, υπηρεσίες, ενέργεια και στέγη, παραμένουν σταθερά στην κορυφή της ευρωπαϊκής λίστας των φτωχότερων πολιτών. Η εικόνα αυτή συνιστά ηχηρή διάψευση του κυβερνητικού αφηγήματος και ταυτόχρονα αδιάψευστη απόδειξη ότι η Νέα Δημοκρατία έχει εγκαταλείψει οριστικά κάθε αναφορά στη μεσαία τάξη και στους αποκαλούμενους νοικοκυραίους, επενδύοντας αποκλειστικά σε μια πολιτική φορομπηχτικής αφαίμαξης και διανομής ψιχίων στους πιο αδύναμους, την ώρα που ο Κρατικός Προϋπολογισμός λειτουργεί ως καλοκουρδισμένη μηχανή αφαίρεσης πόρων από την κοινωνία.

Αποκαλυπτική ως προς το μέγεθος της κοινωνικής παρακμής είναι η Έρευνα Εισοδήματος και Συνθηκών Διαβίωσης των Νοικοκυριών για το 2025, που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Στατιστική Αρχή. Η εικόνα που προκύπτει από τα στοιχεία δεν αφήνει ούτε το παραμικρό περιθώριο ωραιοποίησης. Το κατώφλι της φτώχειας διαμορφώνεται στις 7.020 ευρώ ετησίως για μονοπρόσωπο νοικοκυριό και στις 14.742 ευρώ για νοικοκυριό με δύο ενήλικες και δύο εξαρτώμενα παιδιά κάτω των 14 ετών. Πίσω από αυτούς τους αριθμούς κρύβεται μια ωμή κοινωνική συνθήκη, στην οποία χιλιάδες οικογένειες μετρούν τις ανάγκες τους με το σταγονόμετρο και στήνουν καθημερινά έναν μικρό αγώνα επιβίωσης, χωρίς καμία βεβαιότητα ότι ο επόμενος μήνας θα βγει.

Το όριο της φτώχειας αντιστοιχεί στο 60% του διάμεσου συνολικού ισοδύναμου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών, το οποίο υπολογίστηκε στις 11.700 ευρώ, ενώ το μέσο ετήσιο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών εκτιμήθηκε στις 21.724 ευρώ. Πίσω από τους ψυχρούς αυτούς δείκτες κρύβεται η πιο σκληρή αλήθεια της ελληνικής πραγματικότητας. Πάνω από 2,8 εκατομμύρια πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με τον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού. Σχεδόν ένας στους τρεις κατοίκους αυτής της χώρας ζει στο όριο της οικονομικής ασφυξίας. Πρόκειται για εθνική πληγή, για κοινωνικό τραύμα, για κατάσταση που διαλύει κάθε κυβερνητική αυτάρκεια και κάθε θριαμβολογία περί σταθερότητας και προόδου.

Αυτά τα στοιχεία δεν προέρχονται από κάποιον αντιπολιτευόμενο φορέα, ούτε από κάποια ιδεολογικά φορτισμένη ανάλυση. Προέρχονται από την ίδια την Ελληνική Στατιστική Αρχή, τον πλέον επίσημο θεσμικό μηχανισμό καταγραφής της κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας. Και η πραγματικότητα αυτή φέρνει τη χώρα στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, πίσω μόνο από τη Βουλγαρία. Ακόμη κι αυτή η θλιβερή κατάταξη, όμως, απειλεί να γίνει χειρότερη για την Ελλάδα, καθώς η Βουλγαρία εμφανίζει σταδιακή βελτίωση, με αποτέλεσμα η τελευταία θέση να μην μοιάζει πια μακρινό σενάριο, αλλά ορατή και απειλητική προοπτική.

Η πορεία της Βουλγαρίας αποτυπώνει ανάγλυφα την ελληνική στασιμότητα και την αποτυχία του κυβερνητικού μοντέλου. Το ποσοστό κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού στη γειτονική χώρα μειώθηκε από το εξαιρετικά υψηλό 31,7% το 2015 στο 29% το 2025. Παραμένει ασφαλώς σε πολύ υψηλά επίπεδα, η τάση όμως είναι πτωτική και η σύγκλιση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο κινείται έστω αργά προς μια θετική κατεύθυνση. Στην Ελλάδα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Ο κίνδυνος φτώχειας διογκώνεται και τα στοιχεία του 2025 καταγράφουν αύξηση στο 27,5%, από 26,9% το 2024. Η χώρα που διαφημίζεται ως παράδειγμα οικονομικής επιτυχίας βυθίζεται κοινωνικά όλο και περισσότερο.

Αντίστοιχη εικόνα βελτίωσης παρουσιάζει και η Ρουμανία, όπου το ποσοστό μειώθηκε αισθητά από 36,1% το 2019 σε 27,4% το 2025. Παρά το γεγονός ότι παραμένει σε υψηλά επίπεδα και πολύ κοντά στα ελληνικά ποσοστά, η τάση είναι σαφώς καθοδική και η πρόοδος εντυπωσιακή. Η σύγκριση είναι αμείλικτη. Χώρες που πριν από λίγα χρόνια αποτελούσαν το παράδειγμα της υστέρησης αρχίζουν σταδιακά να βελτιώνουν τη θέση τους, την ώρα που η Ελλάδα, παρά τα μεγάλα λόγια περί ανάκαμψης, αδυνατεί να μετατρέψει τους μακροοικονομικούς δείκτες σε πραγματική κοινωνική ανακούφιση.

Η ελληνική πορεία τα τελευταία χρόνια εμφανίζει ισχυρές διακυμάνσεις που συνδέονται άμεσα με τις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας και με τα προσωρινά μέτρα στήριξης εκείνης της περιόδου. Το 2019 ο πληθυσμός που βρισκόταν σε κίνδυνο φτώχειας έφτανε το 29%. Το 2020, με το ξέσπασμα της πανδημίας, το ποσοστό υποχώρησε στο 27,4%, ενώ ακολούθησαν τα 26,3% το 2022 και 26,1% το 2023. Η προσωρινή αυτή αποκλιμάκωση δεν οφειλόταν σε κάποιο διαρθρωτικό θαύμα της οικονομίας, ούτε σε βαθιά αλλαγή υπέρ των χαμηλών και μεσαίων στρωμάτων. Ήταν αποτέλεσμα της μαζικής κρατικής παρέμβασης, των επιδομάτων, των αναστολών εργασίας, των ενισχύσεων προς επιχειρήσεις, των αναστολών φορολογικών υποχρεώσεων και των διευκολύνσεων σε δάνεια και υποχρεώσεις.

Με απλά λόγια, την περίοδο της πανδημίας το κράτος διοχέτευσε χρήμα στην οικονομία για να ανακόψει την καθίζηση των εισοδημάτων που προκάλεσαν τα συνεχόμενα lockdowns. Αυτή η παρέμβαση λειτούργησε ως προσωρινό μαξιλάρι για μεγάλα τμήματα της κοινωνίας και συγκράτησε για ένα διάστημα τον δείκτη της φτώχειας. Από το 2023 και έπειτα, όμως, αυτά τα μέτρα άρχισαν να αποσύρονται σταδιακά. Τότε ακριβώς φάνηκε η γύμνια του παραγωγικού και κοινωνικού μοντέλου που έχει οικοδομηθεί. Μόλις σταμάτησε η τεχνητή ενίσχυση, χιλιάδες νοικοκυριά βρέθηκαν ξανά αντιμέτωπα με τη σκληρή τους πραγματικότητα. Τα εισοδήματα δεν κατάφεραν να κρατηθούν, η ακρίβεια συνέχισε να σαρώνει, το κόστος ζωής έγινε ακόμα πιο βαρύ και το αποτέλεσμα ήταν η εκ νέου άνοδος του κινδύνου φτώχειας.

Εδώ καταρρέει με πάταγο και ο δεύτερος μεγάλος κυβερνητικός μύθος, εκείνος της υποτιθέμενης σύγκλισης με την υπόλοιπη Ευρώπη. Οι δείκτες ανάπτυξης, τα πλεονάσματα και τα φορολογικά υπερέσοδα συνιστούν βολικά υλικά για τα δελτία Τύπου και τις τηλεοπτικές εξαγγελίες, δεν αποτυπώνουν όμως την πραγματική κατάσταση μιας κοινωνίας που στενάζει. Η ουσία βρίσκεται αλλού, στο διαθέσιμο εισόδημα, στη δυνατότητα του νοικοκυριού να καλύψει βασικές ανάγκες, στο αν η εργασία αμείβεται αξιοπρεπώς, στο αν η καθημερινότητα γίνεται στοιχειωδώς βιώσιμη. Σε αυτούς ακριβώς τους κρίσιμους δείκτες, η Ελλάδα βρίσκεται στον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης, δίπλα μόνο στη Βουλγαρία, η οποία μάλιστα πριν από λίγους μήνες πέρασε στην ευρωζώνη και κινείται ήδη σε τροχιά προσαρμογής με όρους που εκθέτουν ακόμη περισσότερο την Αθήνα.

Ακόμη και οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, με τις οποίες η Ελλάδα επιχειρεί συχνά να συγκρίνεται για να δικαιολογεί τη δική της εικόνα, παρουσιάζουν πολύ διαφορετική πορεία. Η Ισπανία διατηρεί τα τελευταία χρόνια σχετικά σταθερά ποσοστά κινδύνου φτώχειας, στην περιοχή του 25% με 26%, χωρίς τις έντονες επιδεινώσεις που καταγράφονται στην ελληνική περίπτωση. Η Πορτογαλία εμφανίζει ακόμη πιο καθαρή πρόοδο, καθώς το ποσοστό μειώθηκε από 21,1% το 2019 σε 18,6% το 2025, απομακρύνοντάς την αισθητά από τις πιο ευάλωτες οικονομίες της Ευρώπης. Πρόκειται για χώρες που αντιμετώπισαν κρίσεις, λιτότητα, πιέσεις και δημοσιονομικούς περιορισμούς, κατόρθωσαν όμως να συγκρατήσουν ή και να περιορίσουν την κοινωνική φθορά.

Ακόμη χαμηλότερα βρίσκονται οι ισχυρές οικονομίες της Κεντρικής και της Βόρειας Ευρώπης. Η Γερμανία παραμένει περίπου στο 21%, ενώ χώρες όπως η Σουηδία, η Φινλανδία και η Ολλανδία κινούνται σε επίπεδα μεταξύ 15% και 19%, διατηρώντας πολύ μεγαλύτερη κοινωνική ανθεκτικότητα απέναντι στον κίνδυνο της φτώχειας. Η σύγκριση είναι οδυνηρή για την Ελλάδα, επειδή αποκαλύπτει το τεράστιο χάσμα που χωρίζει την κυβερνητική ρητορική από την κοινωνική αλήθεια. Μια χώρα που εμφανίζεται να πετυχαίνει «θαύματα» σε επίπεδο αριθμών εξακολουθεί να αδυνατεί να διασφαλίσει στοιχειώδη αξιοπρέπεια για εκατομμύρια πολίτες της.

Το κυβερνητικό success story αποδεικνύεται έτσι ένα προσεκτικά κατασκευασμένο παραμύθι για δημόσια κατανάλωση, ένας μηχανισμός ωραιοποίησης που υπηρετεί την επικοινωνία και εγκαταλείπει την κοινωνία. Όσο οι αριθμοί του Προϋπολογισμού φουσκώνουν, τόσο τα νοικοκυριά στενάζουν. Όσο τα φορολογικά έσοδα παρουσιάζονται ως απόδειξη ισχύος, τόσο οι πολίτες βυθίζονται στην αδυναμία. Όσο η κυβέρνηση μιλά για πρόοδο, τόσο η πραγματική ζωή αποδεικνύει ότι η ευημερία εξαντλείται στα χαρτιά και στα διαγράμματα. Στην Ελλάδα του 2025, το κράτος εμφανίζεται πλουσιότερο και η κοινωνία φτωχότερη. Αυτή είναι η πιο καθαρή αποτύπωση της κυβερνητικής πολιτικής και αυτή είναι η πιο αδιάψευστη διάλυση του μύθου που επιχειρεί να πλασαριστεί ως επιτυχία.

Ποιες κοινωνικές ομάδες είναι περισσότερο εκτεθειμένες

Ακόμα πιο αποκαλυπτικά από τα συνολικά ποσοστά είναι τα ποιοτικά στοιχεία της έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. τα οποία δείχνουν με σαφήνεια ποιες κοινωνικές ομάδες βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένες στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Στην κορυφή της λίστας βρίσκονται τα μονογονεϊκά νοικοκυριά. Το ποσοστό για νοικοκυριά με έναν ενήλικα και τουλάχιστον ένα εξαρτώμενο παιδί φτάνει στο ιδιαίτερα υψηλό 36,1%.

Αυτό σημαίνει ότι πάνω από 1 στους 3 σε αυτή την κατηγορία αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό κίνδυνο. Αντίθετα, στα νοικοκυριά με δύο ενήλικες και ένα παιδί το ποσοστό περιορίζεται στο 22,1%, παραμένοντας όμως σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Σημαντικές διαφοροποιήσεις καταγράφονται και ανάλογα με τη στέγαση. Οσοι ζουν σε ενοικιαζόμενη κατοικία με τιμές αγοράς εμφανίζουν υψηλότερο κίνδυνο φτώχειας (30,6%), καθώς το κόστος στέγασης απορροφά μεγάλο μέρος του εισοδήματος. Αντίθετα, όσοι έχουν ιδιόκτητη κατοικία με δάνειο βρίσκονται στο 22,5%, ενώ όσοι δεν έχουν καμία οικονομική υποχρέωση για το σπίτι τους φτάνουν στο 26,3%.

Σε δύο μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (Αττική, νησιά Αιγαίου και Κρήτη) καταγράφονται ποσοστά κινδύνου φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού χαμηλότερα από αυτό του συνόλου της χώρας, ενώ στις άλλες δύο μεγάλες γεωγραφικές περιοχές (βόρεια Ελλάδα, κεντρική Ελλάδα) τα αντίστοιχα ποσοστά είναι υψηλότερα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η εικόνα της παιδικής φτώχειας. Το ποσοστό για παιδιά ηλικίας έως 17 ετών ανέρχεται σε 22,8%, αυξημένο σε σχέση με το 2024. Για τις ηλικίες 18-64 ετών το ποσοστό διαμορφώνεται στο 18,2%, ενώ για τους άνω των 65 ετών φτάνει στο 20,9%, καταγράφοντας σημαντική επιδείνωση.

Παράλληλα, από τα στοιχεία της έρευνας της ΕΛ.ΣΤΑΤ. για το 2025 (εισοδήματα 2024) προκύπτει αύξηση της υλικής και κοινωνικής στέρησης για τα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών, η οποία ανέρχεται σε 2 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (15,9%) σε σχέση με το 2024 (13,9%). Οσον αφορά την ηλικιακή ομάδα των ατόμων 65 ετών και άνω, παρατηρείται αύξηση της σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες το 2025 (14,1%) σε σχέση με το 2024 (12,8%).

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα ποσοστά φτώχειας διαφοροποιούνται ανάλογα με το όριο μέτρησης. Αν το κατώφλι οριστεί στο 40% του διάμεσου εισοδήματος, το ποσοστό πέφτει στο 6,7%, ενώ στο 50% διαμορφώνεται στο 11,7%. Αντίθετα, στο 70% του διάμεσου εισοδήματος εκτοξεύεται στο 25,3%, αποτυπώνοντας το εύρος της οικονομικής πίεσης.

Τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. καταρρίπτουν πανηγυρικά το κυβερνητικό αφήγημα περί σταδιακής ευημερίας των πολιτών και δείχνουν ότι η φτώχεια στην Ελλάδα δεν περιορίζεται σε στατιστικούς δείκτες, αλλά μεταφράζεται σε πραγματικές στερήσεις που επηρεάζουν άμεσα τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών.

Τέσσερις στους δέκα στερούνται βασικά είδη διατροφής

Τα στοιχεία της έρευνας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής για τη φτώχεια στην Ελλάδα δεν αποτυπώνουν μόνο χαμηλά εισοδήματα, αλλά κυρίως μια καθημερινότητα γεμάτη στερήσεις. Τι είναι αυτό που δείχνουν ξεκάθαρα; Οτι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού δυσκολεύεται να καλύψει βασικές ανάγκες.

Ενα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα αφορά τη διατροφή, καθώς σχεδόν 4 στους 10 πολίτες (41,6%) δηλώνουν ότι δεν μπορούν να εξασφαλίσουν κάθε δεύτερη ημέρα ένα γεύμα που να περιλαμβάνει κρέας, ψάρι, κοτόπουλο ή ισοδύναμης θρεπτικής αξίας τροφή, καθώς οι τιμές έχουν αγγίξει απαγορευτικά επίπεδα για τον μέσο Ελληνα, ενώ ο μισθός του δεν επαρκεί για να καλύψει όλες τις υποχρεώσεις του.

Ακόμα πιο έντονη είναι η αδυναμία αντιμετώπισης έκτακτων εξόδων. Το 99,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει μια απρόβλεπτη δαπάνη της τάξης των 500 ευρώ. Ακόμα και στον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό παραμένει υψηλό, στο 38,5%, γεγονός που δείχνει ότι η οικονομική πίεση είναι γενικευμένη.

Το συγκεκριμένο στοιχείο θα έπρεπε να έχει προκαλέσει από μόνο του την παρέμβαση της κυβέρνησης, καθώς εξηγεί τους λόγους που τα χρέη των πολιτών αυξάνονται μήνα με τον μήνα. Σχεδόν οκτώ χρόνια μετά την έξοδο της χώρας από τα Μνημόνια σχεδόν 4 στους 10 Ελληνες αδυνατούν να πληρώσουν ένα έκτακτο service στο αυτοκίνητό τους, μια ζημιά στο σπίτι ή έναν «φουσκωμένο» λογαριασμό.

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι και η αδυναμία κάλυψης βασικών υποχρεώσεων. Το 66,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει δυσκολία στην έγκαιρη πληρωμή πάγιων λογαριασμών, όπως ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος, του νερού, του φυσικού αερίου κ.λπ., ενώ για τον μη φτωχό πληθυσμό το ποσοστό αυτό ανέρχεται σε 23,5%.

Ωστόσο, οι δυσκολίες επεκτείνονται και στην ποιότητα ζωής. Το 82,5% των φτωχών δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά ούτε μία εβδομάδα διακοπών τον χρόνο, ενώ ακόμα και μεταξύ των μη φτωχών το ποσοστό φτάνει στο 37,8%. Παράλληλα, το 35,9% των φτωχών δηλώνει ότι δεν μπορεί να διατηρήσει επαρκή θέρμανση τον χειμώνα, έναντι 13,7% στον υπόλοιπο πληθυσμό.

Πάνω από τα δύο τρίτα των φτωχών (67,6%) δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν τις καθημερινές τους ανάγκες με το διαθέσιμο εισόδημα, έναντι 27,2% των μη φτωχών, ενώ το 35,3% του πληθυσμού που έχει λάβει καταναλωτικό δάνειο για αγορά αγαθών και υπηρεσιών δηλώνει ότι δυσκολεύεται πάρα πολύ στην αποπληρωμή αυτού ή των δόσεων. Το ποσοστό αυτό διαμορφώνεται σε 53% για τον φτωχό πληθυσμό και σε 31,5% για τον μη φτωχό πληθυσμό.