Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΡΗΓΟΡΗΣ

ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ

Η Ευρώπη των αυταπατών καταρρέει

Η εικόνα μιας υποτιθέμενης σύγκρουσης ανάμεσα στην Ευρώπη και τον Ντόναλντ Τραμπ, ιδιαίτερα μετά την έντονη παρουσία του Αμερικανού προέδρου στο Νταβός, αποκτά χαρακτηριστικά σκηνικού χαμηλών προσδοκιών. Η αφήγηση περί «διένεξης» δεν αντέχει σε σοβαρή ανάγνωση των γεγονότων και καταλήγει να θυμίζει περισσότερο παράσταση παρά πραγματική πολιτική αντιπαράθεση.

Στην πράξη, αυτό που καταγράφεται δεν συνιστά σύγκρουση συμφερόντων ή στρατηγικών επιλογών. Πρόκειται για μια κατάσταση αμηχανίας και δημόσιας έκθεσης ευρωπαϊκών ηγεσιών που αδυνατούν να εμφανίσουν στοιχειώδη συνοχή. Οι αντιδράσεις τους παραμένουν αποσπασματικές και ασυντόνιστες, με αποτέλεσμα να διαλύονται με την παραμικρή κίνηση πίεσης από την Ουάσιγκτον.

Ο Ντόναλντ Τραμπ, τουλάχιστον στη συγκεκριμένη φάση, δεν δείχνει διάθεση να προσφέρει πολιτικά προσχήματα ή συμβολικές χειρονομίες εξομάλυνσης. Αντιθέτως, αξιοποιεί τη δημόσια σκηνή για να εκθέτει προσωπικές επικοινωνίες και ιδιωτικά μηνύματα Ευρωπαίων αξιωματούχων, οι οποίοι εμφανίζονται δημοσίως να μιλούν για κοινό μέτωπο, ενώ ιδιωτικώς κινούνται ο καθένας χωριστά.

Χαρακτηριστικά παραδείγματα προσφέρουν πρόσωπα με θεσμικό βάρος, όπως ο επικεφαλής του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε, που συνδυάζει υψηλούς τόνους έναντι της Ρωσίας με προσωπικές εκδηλώσεις υποτέλειας προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Δηλώσεις και διαρροές ιδιωτικών μηνυμάτων ενισχύουν την εικόνα μιας πολιτικής συμπεριφοράς χωρίς στρατηγικό βάθος.

Από απόσταση, το σκηνικό μοιάζει σχεδόν ειρωνικό. Πρόσωπα και κυβερνήσεις που κατά την περίοδο των Μνημονίων υιοθετούσαν αυστηρή και τιμωρητική ρητορική απέναντι στην Ελλάδα εμφανίζονται σήμερα εξαιρετικά προσεκτικά και εσωστρεφή. Πολιτικοί όπως ο Ρούτε, ο Ντόναλντ Τουσκ ή ο Αλεξάντερ Στουμπ, που στο παρελθόν προβάλλονταν ως υπόδειγμα πολιτικής σοβαρότητας, δυσκολεύονται πλέον να υποστηρίξουν τον ρόλο που τους αποδίδεται.

Πίσω από αυτή την εικόνα, ωστόσο, υπάρχει και μια λιγότερο επιφανειακή διάσταση. Οι ίδιες ευρωπαϊκές ηγεσίες που εμφανίζονται περιορισμένης αυτοπεποίθησης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες, υιοθετούν ιδιαίτερα επιθετική στάση στο ζήτημα της Ρωσίας, χωρίς να διαθέτουν αντίστοιχη πολιτική ή στρατηγική ισχύ.

Στην περίπτωση της Γροιλανδίας, η εξέλιξη θεωρείται σε μεγάλο βαθμό προδιαγεγραμμένη. Οι διαπραγματεύσεις οδηγούν σε μια de facto μεταβολή του καθεστώτος εκμετάλλευσης κρίσιμων περιοχών του νησιού, με περιορισμένες αντιδράσεις από ευρωπαϊκής πλευράς και χωρίς ουσιαστικό κόστος για τις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις.

Οι ευρωπαϊκές αντιδράσεις εξαντλούνται κυρίως σε συμβολικές κινήσεις. Δημόσιες δυσαρέσκειες, προσωπικές διαμαρτυρίες και δηλώσεις χωρίς πρακτικό αντίκρισμα κυριαρχούν στο παρασκήνιο του Νταβός. Παραδείγματα όπως η στάση της Κριστίν Λαγκάρντ σε κλειστά δείπνα ή οι δηλώσεις Γερμανών βουλευτών περί συμβολικών αντιμέτρων αποτυπώνουν το επίπεδο της αντίδρασης.

Το πρόβλημα ανακύπτει όταν αυτή η αδυναμία μεταφέρεται στο ουκρανικό μέτωπο. Οι βασικές ευρωπαϊκές δυνάμεις –Γερμανία, Βρετανία και Γαλλία– σε συντονισμό με χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας, επιλέγουν τη συνέχιση της στρατηγικής φθοράς, παρατείνοντας τη σύγκρουση και δοκιμάζοντας τα όρια της ρωσικής ανοχής.

Η Μόσχα παρακολουθεί αυτή την εξέλιξη με αυξανόμενη καχυποψία. Δηλώσεις υψηλόβαθμων Ρώσων αναλυτών αποτυπώνουν μια σαφή προειδοποίηση για την κατεύθυνση που μπορεί να λάβει η σύγκρουση. Ο Σεργκέι Καραγκάνοφ, μιλώντας πρόσφατα στον Τάκερ Κάρλσον, αναφέρθηκε ευθέως στο ενδεχόμενο πυρηνικής απάντησης, κατονομάζοντας τη Γερμανία και τη Βρετανία ως πιθανούς στόχους.

Η βαρύτητα των δηλώσεων αυτών ενισχύεται από το θεσμικό και πολιτικό υπόβαθρο του Καραγκάνοφ, ο οποίος έχει διαχρονική παρουσία στον ρωσικό στρατηγικό σχεδιασμό. Οι τοποθετήσεις του εντάσσονται σε μια λογική πρακτικής ανάλυσης και όχι επικοινωνιακής υπερβολής.

Στο ευρωπαϊκό πλαίσιο, η Γερμανία εμφανίζεται να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο. Η ισχυρή της αμυντική βιομηχανία, με αιχμή εταιρείες όπως η Rheinmetall, καταγράφει εντυπωσιακή οικονομική άνοδο τα τελευταία χρόνια, με ανεκτέλεστες παραγγελίες δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ. Την ίδια στιγμή, το Βερολίνο στερείται πυρηνικών δυνατοτήτων, γεγονός που περιορίζει δραστικά τα περιθώρια αντίδρασης σε περίπτωση κλιμάκωσης.

Το ευρύτερο πλαίσιο αποκαλύπτει μια απότομη αποδόμηση των ευρωπαϊκών βεβαιοτήτων περί διεθνούς τάξης και κανόνων συμπεριφοράς. Οι εξελίξεις δείχνουν ότι η ισχύς παραμένει το καθοριστικό μέγεθος στις διεθνείς σχέσεις και ότι οι θεσμικές αφηγήσεις λειτουργούν κυρίως εις βάρος των αδύναμων και εξαρτημένων κρατών.

Έχουμε μπει, λοιπόν, σε εξαιρετικά επικίνδυνα μονοπάτια. Η απότομη διάλυση των ψευδαισθήσεων για το πώς ασκείται η διεθνής πολιτική οδήγησε σε απότομη προσγείωση τους ρομαντικούς που πίστεψαν ότι υπάρχουν «διεθνείς κανόνες συμπεριφοράς». Οι κανόνες αυτοί υπάρχουν μόνο για τα κορόιδα, για τις εξαρτημένες ή αδύναμες χώρες.

Ας το καταλάβουμε εγκαίρως και εμείς, γιατί συντόμως δεν θα έχουμε δικαίωμα λόγου, ούτε σε τυπικό επίπεδο. Η… πολυαγαπημένη μας Ευρώπη, της θείας Ούρσουλας, θα αποφασίζει με γερμανική πλειοψηφία ποιο οικόπεδο θα παραχωρήσει στον κάθε Τραμπ ή πώς θα κάνει πόλεμο με τη Ρωσία. Κι εμείς θα σερνόμαστε από πίσω άβουλοι και μοιραίοι σαν τον Μητσοτάκη. Λυπάμαι που θα στενοχωρήσω κάποιους ευρωλάγνους αλλά αυτή ειδικά η Ευρώπη της ξετσίπωτης υποκρισίας και των δύο μέτρων και σταθμών δεν αξίζει -για να παραφράσω τον Βίσμαρκ- ούτε τα κόκαλα μισού Έλληνα φαντάρου. Ούτε για την Ουκρανία ούτε για τη Γροιλανδία ούτε για την… Άνω Πομερανία. Έχουμε άλλα, πολύ πιο άμεσα διακυβεύματα για τα οποία μπορεί να χρειαστεί να θυσιαστούμε.

Ετικέτες: