2 Σεπτεμβρίου 2026

ΗΠΑ–Ιράν ξανά σε πόλεμο: Βομβαρδισμοί, πύραυλοι και συναγερμός στα Στενά του Ορμούζ

Σε νέα φάση ανοιχτής στρατιωτικής σύγκρουσης έχουν περάσει Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν, μετά το νέο κύμα αμερικανικών επιδρομών εναντίον ιρανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και την άμεση απάντηση της Τεχεράνης με βαλλιστικούς πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη κατά αμερικανικών θέσεων και εγκαταστάσεων στη Μέση Ανατολή.

Η εύθραυστη περίοδος σχετικής ηρεμίας των προηγούμενων εβδομάδων δείχνει να καταρρέει, με τις δύο πλευρές να επιστρέφουν σε μια επικίνδυνη λογική στρατιωτικών αντιποίνων, την ώρα που τα Στενά του Ορμούζ μετατρέπονται ξανά σε κομβικό πεδίο της σύγκρουσης και οι διεθνείς αγορές πετρελαίου αντιδρούν με έντονη άνοδο των τιμών.

Η αμερικανική Κεντρική Διοίκηση, CENTCOM, ανακοίνωσε ότι ολοκλήρωσε νέο κύμα επιθέσεων εναντίον στόχων των Φρουρών της Επανάστασης. Μεταξύ των εγκαταστάσεων που επλήγησαν περιλαμβάνονται θέσεις αντιαεροπορικής άμυνας, συστήματα ραντάρ, ναυτικά μέσα και εγκαταστάσεις, υποδομές που σχετίζονται με δυνατότητες πόντισης ναρκών και δίκτυα επικοινωνιών.

Η Ουάσινγκτον υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις πραγματοποιήθηκαν ως απάντηση σε πρόσφατες απόπειρες των Φρουρών της Επανάστασης να πλήξουν εμπορικά πλοία στα Στενά του Ορμούζ και αμερικανικό στρατιωτικό προσωπικό που βρίσκεται στην περιοχή.

Η νέα κλιμάκωση ήρθε λίγες ώρες μετά την παρέμβαση του Ιρανού προέδρου Μασούντ Πεζεσκιάν, ο οποίος δήλωσε ότι η Τεχεράνη παραμένει έτοιμη να επιστρέψει στην προσωρινή συμφωνία κατάπαυσης του πυρός του Ιουνίου, υπό την προϋπόθεση ότι και οι ΗΠΑ θα τηρήσουν τις δικές τους δεσμεύσεις.

Η διπλωματική αυτή τοποθέτηση δεν ανέκοψε την επανέναρξη των βομβαρδισμών. Ο Ντόναλντ Τραμπ υιοθέτησε ιδιαίτερα επιθετική ρητορική, προειδοποιώντας ότι κάθε νέα ιρανική απάντηση θα οδηγήσει σε ακόμη ισχυρότερα αμερικανικά πλήγματα.

Ο Αμερικανός πρόεδρος υποστήριξε επίσης ότι η θέση των ΗΠΑ έχει ενισχυθεί σημαντικά και έκανε λόγο για «σχεδόν πλήρη έλεγχο» των Στενών του Ορμούζ, συνδέοντας τη στρατιωτική πίεση με τη βαθιά επιδείνωση της ιρανικής οικονομίας.

Πύραυλοι και drones κατά αμερικανικών θέσεων

Η απάντηση της Τεχεράνης ήταν άμεση. Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν την έναρξη επιχείρησης αντιποίνων με βαλλιστικούς πυραύλους και drones, υποστηρίζοντας ότι στόχευσαν αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις στην Ιορδανία, στο Ιράκ και στο Μπαχρέιν.

Το Ιράν ισχυρίστηκε ότι προκάλεσε απώλειες σε αμερικανικές δυνάμεις στην Ιορδανία, ισχυρισμός που δεν επιβεβαιώθηκε από την αμερικανική πλευρά. Αμερικανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις, δεν είχαν καταγραφεί απώλειες προσωπικού από την επίθεση.

Οι ένοπλες δυνάμεις της Ιορδανίας ανακοίνωσαν ότι συνολικά 13 βαλλιστικοί πύραυλοι εισήλθαν στον εναέριο χώρο της χώρας. Από αυτούς, οι δέκα καταρρίφθηκαν, ενώ οι υπόλοιποι τρεις κατέπεσαν σε απομακρυσμένες περιοχές χωρίς να αναφερθούν τραυματισμοί.

Συναγερμός σήμανε επίσης στο Μπαχρέιν, όπου οι Αρχές ανακοίνωσαν την αναχαίτιση ιρανικών drones. Στο Κουβέιτ, οι ένοπλες δυνάμεις ενεργοποίησαν την αεράμυνα απέναντι σε εχθρική δραστηριότητα μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Οι Φρουροί της Επανάστασης ανακοίνωσαν ακόμη συνδυασμένες επιθέσεις με πυραύλους και drones σε αμερικανικές εγκαταστάσεις στο Ερμπίλ του βόρειου Ιράκ, κάνοντας λόγο για καταστροφές και αμερικανικές απώλειες. Μέχρι στιγμής οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί από τις ΗΠΑ ή τις ιρακινές Αρχές.

Η ιρανική στρατιωτική ηγεσία προειδοποίησε ότι, εάν συνεχιστούν οι αμερικανικές επιδρομές, θα ακολουθήσουν «βαρύτερα, ευρύτερα και περισσότερο καταστροφικά» αντίποινα. Παράλληλα, απηύθυνε σαφή προειδοποίηση και προς τις χώρες της περιοχής που παρέχουν υποδομές ή διευκολύνσεις στις αμερικανικές δυνάμεις.

Η συγκεκριμένη προειδοποίηση αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο διεύρυνσης του πολέμου, καθώς αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις βρίσκονται σε πολλές χώρες του Κόλπου, οι οποίες επιχειρούν να αποφύγουν τη μετατροπή του εδάφους τους σε άμεσο πεδίο σύγκρουσης ΗΠΑ και Ιράν.

Νεκροί άμαχοι και μάχη για τα Στενά του Ορμούζ

Βαρύς είναι και ο απολογισμός που ανακοινώνουν οι ιρανικές Αρχές από τις τελευταίες αμερικανικές επιθέσεις. Στην επαρχία Χουζεστάν, Ιρανοί αξιωματούχοι ανέφεραν ότι επτά άνθρωποι σκοτώθηκαν και οκτώ τραυματίστηκαν από πλήγματα σε διάφορες περιοχές.

Ακόμη σοβαρότερες αντιδράσεις προκάλεσε πλήγμα στην περιοχή Κουχεστάκ της επαρχίας Ορμουζγκάν. Σύμφωνα με τον ιρανικό Ερυθρό Σταυρό και τις τοπικές Αρχές, θραύσματα από αμερικανικό πλήγμα έπληξαν κατοικία στην οποία βρισκόταν σε εξέλιξη γαμήλια τελετή.

Ο νεότερος απολογισμός κάνει λόγο για πέντε νεκρούς, μεταξύ των οποίων ένα παιδί, και δεκάδες τραυματίες. Οι ιρανικές Αρχές έχουν ανεβάσει τον αριθμό των τραυματιών έως και στους 68.

Η CENTCOM δήλωσε ότι είναι ενήμερη για τις αναφορές περί απωλειών αμάχων, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές πληροφορίες προέρχονται αρχικά από ιρανικές κρατικές πηγές και επαναλαμβάνοντας ότι ο αμερικανικός στρατός δεν στοχεύει σκόπιμα αμάχους.

Οι αναφορές αυτές δεν έχουν ακόμη αξιολογηθεί πλήρως από ανεξάρτητες πηγές, ωστόσο αυξάνουν την πολιτική πίεση προς την Ουάσινγκτον, καθώς η αναζωπύρωση του πολέμου συνοδεύεται πλέον από νέες καταγγελίες για σοβαρές απώλειες στον άμαχο πληθυσμό.

Την ίδια ώρα, το κεντρικό γεωπολιτικό και οικονομικό μέτωπο βρίσκεται στα Στενά του Ορμούζ, μια από τις σημαντικότερες ενεργειακές αρτηρίες στον κόσμο. Πριν από την έναρξη της σύγκρουσης, από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο περνούσε περίπου το ένα πέμπτο του πετρελαίου που καταναλώνεται παγκοσμίως.

Η κατάσταση επιβαρύνθηκε περαιτέρω μετά την επίθεση εναντίον δύο πολύ μεγάλων πετρελαιοφόρων που μετέφεραν σαουδαραβικό αργό. Τα πλοία χτυπήθηκαν μέσα σε λίγα λεπτά από άγνωστα βλήματα ενώ εξέρχονταν από τα Στενά του Ορμούζ, κοντά στις ακτές του Ομάν.

Κάθε ένα από τα δύο δεξαμενόπλοια είχε φορτώσει περίπου δύο εκατομμύρια βαρέλια σαουδαραβικού πετρελαίου. Δεν αναφέρθηκαν απώλειες μεταξύ των πληρωμάτων, ωστόσο οι σχεδόν ταυτόχρονες επιθέσεις ενίσχυσαν δραματικά την ανησυχία για την ασφάλεια της εμπορικής ναυσιπλοΐας.

Η σημασία του περάσματος παραμένει τεράστια. Ο Αμερικανός υπουργός Ενέργειας Κρις Ράιτ ανέφερε ότι τη Δευτέρα διακινήθηκαν μέσω των Στενών περίπου 17 εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου, ο μεγαλύτερος ημερήσιος όγκος από τότε που ο πόλεμος περιόρισε δραστικά τις ροές.

Το στοιχείο αποτυπώνει το παράδοξο της σημερινής κατάστασης: το Ορμούζ βρίσκεται στο κέντρο μιας στρατιωτικής αναμέτρησης και ταυτόχρονα παραμένει αναντικατάστατη δίοδος για μεγάλο μέρος της παγκόσμιας ενεργειακής τροφοδοσίας.

Η επαναφορά της πολεμικής έντασης μεταφέρθηκε αμέσως στις διεθνείς αγορές. Οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν την Τρίτη κατά περισσότερα από τέσσερα δολάρια το βαρέλι και έφτασαν σε υψηλό πέντε εβδομάδων.

Το Brent έκλεισε πάνω από τα 94 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI ξεπέρασε τα 90 δολάρια. Η ανοδική πορεία συνεχίστηκε και στις πρώτες συναλλαγές της Τετάρτης, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν μεγαλύτερο γεωπολιτικό ασφάλιστρο κινδύνου και φοβούνται νέες διαταραχές στις εξαγωγές του Περσικού Κόλπου.

Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν βρίσκεται έτσι ξανά σε εξαιρετικά επικίνδυνο σημείο. Οι αμερικανικοί βομβαρδισμοί, τα ιρανικά αντίποινα, οι απειλές για νέα σκληρότερα πλήγματα και η μάχη για τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ δημιουργούν ένα περιβάλλον στο οποίο ένα ακόμη επεισόδιο μπορεί να οδηγήσει σε ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη. Και αυτή τη φορά το κόστος δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό πεδίο: περνά ήδη στην ενέργεια, στη ναυσιπλοΐα και στην παγκόσμια οικονομία.

```