Ο «κουμπαράς» των 23 δισ. και η ΕΑΣ: 900 εκατ. τον χρόνο από τις τσέπες των συνταξιούχων
Πίσω από τους πανηγυρισμούς για αυξήσεις μισθών, συντάξεων και δημοσιονομικά πλεονάσματα υπάρχει ένας λογαριασμός που σπανίως βρίσκεται στο κέντρο της πολιτικής συζήτησης: η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων και ο «κουμπαράς» του ΑΚΑΓΕ, ο οποίος εκτιμάται ότι μέχρι το τέλος του 2026 θα ξεπεράσει τα 23 δισ. ευρώ.
Η πραγματική εικόνα είναι πιο σύνθετη από τα κυβερνητικά συνθήματα, αλλά και από ορισμένους υπερβολικούς ισχυρισμούς που κυκλοφορούν γύρω από τα αποθεματικά των συνταξιούχων.
Οι αριθμοί μπορούν εύκολα να χρησιμοποιηθούν επιλεκτικά. Η κυβέρνηση προβάλλει την αύξηση του κατώτατου μισθού, την ενίσχυση του μέσου μισθού και τις αυξήσεις στις κύριες συντάξεις. Ο πολίτης, όμως, δεν καταναλώνει «μέσο πληθωρισμό». Πληρώνει τρόφιμα, στέγη, ηλεκτρικό ρεύμα, καύσιμα και υπηρεσίες.
Και εκεί βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα των τελευταίων ετών.
Ανάλογα με την περίοδο και τη στατιστική σειρά που χρησιμοποιείται, ο σωρευτικός γενικός πληθωρισμός από το 2019 κινείται περίπου στο 20%, όμως στα τρόφιμα οι ανατιμήσεις έχουν φτάσει περίπου στο 35%-38%. Από το 2020 έως το πρώτο τρίμηνο του 2026, η κατηγορία της στέγασης έχει αυξηθεί σωρευτικά περίπου 39,5%, ενώ τα ενοίκια κύριας κατοικίας περίπου 30%.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και όταν οι ονομαστικοί μισθοί αυξάνονται, η πραγματική αγοραστική δύναμη μπορεί να παραμένει πιεσμένη για τα νοικοκυριά που ξοδεύουν μεγάλο ποσοστό του εισοδήματός τους σε βασικές ανάγκες.
Η ίδια δυσκολία εμφανίζεται και στην παρουσίαση των μισθών. Ο κατώτατος μισθός έχει πράγματι αυξηθεί σημαντικά από το 2019, φτάνοντας τα 920 ευρώ το 2026. Οι διαφορετικές επίσημες σειρές για τον μέσο μισθό, όμως, δίνουν διαφορετική εικόνα ανάλογα με τη βάση σύγκρισης και τον πληθυσμό εργαζομένων που εξετάζεται.
Ακριβώς γι' αυτό η πολιτική αντιπαράθεση με ποσοστά χρειάζεται προσοχή. Άλλο ο κατώτατος μισθός, άλλο ο μέσος μισθός της ΕΡΓΑΝΗ, άλλο οι πραγματικές αποδοχές μετά τον πληθωρισμό και άλλο το εισόδημα που μένει τελικά στο νοικοκυριό μετά φόρους, ενοίκιο και βασικά έξοδα.
Το ίδιο ισχύει για τους συνταξιούχους. Η κυβέρνηση προβάλλει τις σωρευτικές αυξήσεις των τελευταίων ετών στις κύριες συντάξεις. Όμως οι αυξήσεις δεν είχαν την ίδια επίδραση για όλους. Οι επικουρικές συντάξεις δεν ακολούθησαν αντίστοιχη πορεία, ενώ χιλιάδες ασφαλισμένοι με προσωπική διαφορά είδαν για μεγάλο διάστημα τις ονομαστικές αυξήσεις να συμψηφίζονται αντί να περνούν ολόκληρες στην τσέπη τους.
Και πάνω σε αυτή την πραγματικότητα εξακολουθεί να επιβάλλεται μία από τις πιο αμφιλεγόμενες κρατήσεις του ασφαλιστικού συστήματος.
Σχεδόν 900 εκατ. ευρώ τον χρόνο από την ΕΑΣ
Η Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) θεσπίστηκε το 2010 με σκοπό να χρηματοδοτήσει το Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών – τον γνωστό ΑΚΑΓΕ – που δημιουργήθηκε ως αποθεματικό για τις μελλοντικές πιέσεις του ασφαλιστικού συστήματος.
Η επιβάρυνση εξακολουθεί να παρακρατείται από εκατοντάδες χιλιάδες κύριες και επικουρικές συντάξεις.
Και τα ποσά μόνο αμελητέα δεν είναι.
Στον κρατικό προϋπολογισμό του 2026 προβλέπονται 721 εκατ. ευρώ από την ΕΑΣ στις κύριες συντάξεις και ακόμη 167 εκατ. ευρώ από τις επικουρικές. Συνολικά δηλαδή περίπου 888 εκατ. ευρώ.
Για το 2025 οι αντίστοιχες εκτιμήσεις ήταν 717 και 167 εκατ. ευρώ.
Πρόκειται για μια τεράστια ετήσια μεταφορά πόρων από συγκεκριμένες κατηγορίες συνταξιούχων προς έναν ασφαλιστικό λογαριασμό που δημιουργήθηκε ακριβώς για να λειτουργήσει ως αποθεματικό της επόμενης γενιάς.
Οι οργανώσεις συνταξιούχων χαρακτηρίζουν εδώ και χρόνια την ΕΑΣ «δεύτερη φορολογία» και ζητούν την κατάργηση ή τη ριζική αναμόρφωσή της. Το επιχείρημά τους είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι φορολογούνται κανονικά για τη σύνταξή τους και στη συνέχεια υφίστανται πρόσθετη παρακράτηση επειδή η σύνταξη υπερβαίνει συγκεκριμένα όρια.
Το ζήτημα έχει φτάσει ξανά και στη Δικαιοσύνη, με την αντιπαράθεση να επικεντρώνεται μεταξύ άλλων στον τρόπο υπολογισμού της εισφοράς και στο εάν αυτός συμβαδίζει με τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας.
Το πολιτικό ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο επειδή η ΕΑΣ αυξάνει τα έσοδά της όταν αυξάνονται ονομαστικά οι συντάξεις. Η τιμαριθμοποίηση των κλιμακίων που εφαρμόζεται πλέον περιορίζει μέρος αυτής της στρέβλωσης, χωρίς να καταργεί την ίδια την επιβάρυνση.
Έτσι, ένας συνταξιούχος μπορεί να λαμβάνει ονομαστική αύξηση για να αντισταθμίσει μέρος του πληθωρισμού και ταυτόχρονα να εξακολουθεί να καταβάλλει σημαντικό ποσό στον ΑΚΑΓΕ.
Ο «κουμπαράς» των 23 δισ. και τα ερωτήματα που χρειάζονται απαντήσεις
Το εντυπωσιακότερο μέγεθος βρίσκεται στο ίδιο το ΑΚΑΓΕ. Οι τελευταίες εκτιμήσεις ανεβάζουν το σωρευμένο αποθεματικό του σε πάνω από 23 δισ. ευρώ έως το τέλος του 2026.
Ο λογαριασμός δεν χρηματοδοτείται μόνο από την ΕΑΣ. Ο προϋπολογισμός του 2026 προβλέπει συνολικά έσοδα 2,912 δισ. ευρώ για το ΑΚΑΓΕ.
Εκτός από τα περίπου 888 εκατ. ευρώ της Εισφοράς Αλληλεγγύης, προβλέπονται 640 εκατ. ευρώ από τόκους και προσόδους κινητών αξιών, 1,05 δισ. ευρώ από μεταβιβάσεις του κρατικού προϋπολογισμού και 334 εκατ. ευρώ από μεταβιβάσεις οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης.
Στα έσοδα της ΕΑΣ περιλαμβάνονται επίσης ποσά που καταβάλλονται από τον e-ΕΦΚΑ για εξόφληση υποχρεώσεων προηγούμενων ετών προς το Ταμείο.
Εδώ χρειάζεται μία κρίσιμη διόρθωση σε έναν ισχυρισμό που επαναλαμβάνεται συχνά: το ΑΚΑΓΕ δεν βρίσκεται εκτός δημοσιονομικής καταγραφής.
Ο επίσημος κρατικός προϋπολογισμός καταγράφει κανονικά τα έσοδα και το αποτέλεσμά του και, για το 2026, προβλέπει ισοζύγιο κατά ESA ύψους 2,912 δισ. ευρώ.
Επομένως, η άποψη ότι η κατάργηση της ΕΑΣ δεν θα είχε καμία επίπτωση στο δημοσιονομικό αποτέλεσμα δεν ευσταθεί με αυτή την απόλυτη διατύπωση. Εάν καταργούνταν σχεδόν 900 εκατ. ευρώ ετήσιων εσόδων χωρίς αντικατάστασή τους από άλλη πηγή, το αποτέλεσμα του ΑΚΑΓΕ – και κατ' επέκταση της Γενικής Κυβέρνησης – θα επηρεαζόταν.
Αυτό, όμως, δεν απαλλάσσει την κυβέρνηση από την υποχρέωση να απαντήσει σε ένα άλλο, απολύτως θεμιτό ερώτημα: πόσο μεγάλο πρέπει τελικά να γίνει αυτό το αποθεματικό και για πόσα ακόμη χρόνια δικαιολογείται η ίδια επιβάρυνση των σημερινών συνταξιούχων;
Το ΑΚΑΓΕ δημιουργήθηκε για να αντιμετωπίσει τις μελλοντικές δημογραφικές πιέσεις και το πρόβλημα είναι υπαρκτό. Η Ελλάδα γερνάει, οι εργαζόμενοι μειώνονται σε σχέση με τους συνταξιούχους και οι ανάγκες του ασφαλιστικού θα αυξηθούν σημαντικά τις επόμενες δεκαετίες.
Από την άλλη πλευρά, όταν το αποθεματικό πλησιάζει τα 23 δισ. ευρώ και συνεχίζει να ενισχύεται με σχεδόν 3 δισ. ευρώ ετησίως, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάζει με απόλυτη διαφάνεια τη σύνθεση, τη διαχείριση, τις αποδόσεις και τη στρατηγική αξιοποίησής του.
Δεν προκύπτει από τα δημόσια στοιχεία που εξετάστηκαν τεκμηρίωση για τον ισχυρισμό ότι τα 23 δισ. ευρώ έχουν «εξαφανιστεί» ή ότι χρησιμοποιούνται παράνομα για την πρόωρη εξόφληση του δημόσιου χρέους.
Αυτός είναι σοβαρός ισχυρισμός και χρειάζεται αποδείξεις.
Υπάρχει, ωστόσο, εύλογη απαίτηση για πολύ μεγαλύτερη δημόσια λογοδοσία ως προς το πού είναι τοποθετημένα τα αποθεματικά, ποιο τμήμα βρίσκεται σε καταθέσεις ή τίτλους, τι αποδόσεις εξασφαλίζει και ποιο είναι το συγκεκριμένο σχέδιο για την ενεργοποίησή τους όταν οι δημογραφικές πιέσεις γίνουν εντονότερες.
Άλλωστε, ο ίδιος ο προϋπολογισμός προβλέπει 640 εκατ. ευρώ έσοδα από τόκους και προσόδους κινητών αξιών για το 2026. Αυτό από μόνο του δείχνει ότι τα χρήματα δεν αποτελούν απλώς ένα αδρανές ποσό σε έναν λογαριασμό.
Το πραγματικό πολιτικό ζήτημα λοιπόν δεν χρειάζεται θεωρίες περί «χαμένων» δισεκατομμυρίων για να είναι σοβαρό.
Είναι ήδη αρκετά σοβαρό.
Εκατοντάδες χιλιάδες συνταξιούχοι εξακολουθούν να καταβάλλουν μια εισφορά που γεννήθηκε στην εποχή των μνημονίων, ενώ το Ταμείο που χρηματοδοτεί έχει σωρεύσει ένα από τα μεγαλύτερα δημόσια αποθεματικά της χώρας.
Την ίδια στιγμή, μεγάλο μέρος των ανθρώπων αυτών έχει υποστεί μια πολυετή διάβρωση της αγοραστικής του δύναμης από την άνοδο των τροφίμων, της ενέργειας και της στέγασης, ενώ εξακολουθεί να φορολογείται πάνω σε ονομαστικά εισοδήματα που αυξάνονται μαζί με τον πληθωρισμό.
Η κυβέρνηση επομένως δεν αρκεί να απαντά ότι ο ΑΚΑΓΕ αποτελεί ασφάλεια για τις επόμενες γενιές. Οφείλει να εξηγήσει στους σημερινούς συνταξιούχους πόσα έχουν συγκεντρωθεί, πού ακριβώς επενδύονται, με ποια απόδοση, ποιος είναι ο τελικός στόχος του αποθεματικού και μέχρι πότε θα συνεχιστεί η ΕΑΣ. Τα 23 δισ. δεν είναι «χαμένα» με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία. Είναι όμως χρήματα που απαιτούν πλήρη λογοδοσία. Και όταν σχεδόν 900 εκατ. ευρώ τον χρόνο εξακολουθούν να αφαιρούνται από συντάξεις, η διαφάνεια δεν αποτελεί χάρη της κυβέρνησης. Αποτελεί υποχρέωσή της.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Νέο μπλε τιμολόγιο ΔΕΗ: Σταθερή τιμή 11,5 λεπτά για 12 μήνες
Ανακαίνιση Κατοικίας: Έως 36.000 ευρώ ανά ακίνητο – Οι μεγάλες αλλαγές