Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ

18 Μαρτίου 2026

Οι μισές αλήθειες της ενεργειακής κρίσης και το μεγάλο ψέμα της ενημέρωσης

Οι μισές αλήθειες καταλήγουν πάντα σε ολόκληρα ψέματα.

Και αυτή την ώρα η δημόσια συζήτηση κυριαρχείται ακριβώς από τέτοιες μισές αλήθειες: για τον πόλεμο στο Ιράν, για την άνοδο του πετρελαίου, για τον κίνδυνο νέας πληθωριστικής έκρηξης, για τα σενάρια παγκόσμιας ύφεσης και για τις πολιτικές αναταράξεις που μπορεί να προκαλέσει μια νέα ενεργειακή δοκιμασία τόσο διεθνώς όσο και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Μας λένε πως ο πόλεμος στο Ιράν τίναξε στον αέρα την τιμή του πετρελαίου. Αυτό πράγματι ισχύει, αφού από τα 71 δολάρια το βαρέλι η τιμή έφτασε μέσα σε μόλις 17 ημέρες κοντά στα 100 δολάρια κατά μέσο όρο. Πρόκειται για αύξηση που αγγίζει το 50% και ακούγεται ασφαλώς πολύ σοβαρή. Εκεί σταματά όμως η εικόνα που παρουσιάζεται. Γιατί σε όλες τις προηγούμενες μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις η εκτόξευση ήταν αισθητά μεγαλύτερη. Το 1973 οι τιμές τετραπλασιάστηκαν, την περίοδο 1979-81 τριπλασιάστηκαν, το 1990 η αύξηση έφτασε περίπου στο 100%, περίπου σε ανάλογα επίπεδα κινήθηκε και το 2008, έστω κι αν τότε η άνοδος ήταν πιο σταδιακή. Σε σύγκριση με εκείνες τις κρίσεις, η τωρινή ανατίμηση υπήρξε σαφώς ηπιότερη. Αυτή η κρίσιμη σύγκριση, όμως, απουσιάζει από την ενημέρωση.

Απουσιάζει επίσης μια ακόμη βασική παράμετρος. Η πραγματική επικινδυνότητα ενός πετρελαϊκού σοκ δεν κρίνεται από το πού θα φτάσει η τιμή στην πρώτη έκρηξη πανικού. Κρίνεται από το σε ποιο επίπεδο θα σταθεροποιηθεί στη συνέχεια και για πόσο διάστημα θα παραμείνει εκεί. Στις κρίσεις του 1973 και του 1979 η άνοδος των τιμών διατηρήθηκε επί χρόνια και άφησε βαθύ αποτύπωμα στην παγκόσμια οικονομία. Το 1990, με την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ και τον πρώτο Πόλεμο του Κόλπου, η αναταραχή κράτησε λίγους μήνες, οι διεθνείς επιπτώσεις ήταν συγκριτικά περιορισμένες και η κρίση ξεπεράστηκε γρήγορα. Το 2008 η εκτίναξη της τιμής του πετρελαίου δεν συνδέθηκε με πόλεμο, αλλά συνέπεσε με την κατάρρευση της Lehman Brothers και το μεγάλο χρηματοπιστωτικό σοκ, γι’ αυτό και η διάρκεια ήταν μεγαλύτερη και η ύφεση βαθύτερη. Το 2011, με την Αραβική Άνοιξη, το ενεργειακό σοκ απορροφήθηκε σχετικά γρήγορα χάρη στην παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου στις ΗΠΑ, επιτρέποντας στην αμερικανική οικονομία να ανακάμψει άμεσα, ενώ η Ευρώπη παρέμεινε για μεγαλύτερο διάστημα σε στασιμότητα και επιβράδυνση. Το 2020 με την πανδημία και τα παγκόσμια lockdown, όπως και το 2022 με τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η άνοδος των τιμών υπήρξε στιγμιαία πολύ μεγάλη, η διάρκειά της όμως ήταν μικρή και το σοκ απορροφήθηκε στις ΗΠΑ ευκολότερα απ’ ό,τι στην Ευρώπη, η οποία έχασε στο μεταξύ και το φθηνό ρωσικό αέριο.

Αυτό που μετρά λοιπόν δεν είναι μόνο το ύψος της πρώτης ανατίμησης, αλλά και το πού θα παγιωθούν οι τιμές μετά το αρχικό σοκ, καθώς και το πόσο θα παραμείνουν σε αυτά τα επίπεδα πριν αρχίσουν να υποχωρούν. Σε πολλές περιπτώσεις, η διάρκεια της κρίσης αποδεικνύεται βαρύτερη από την ίδια την αρχική άνοδο. Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα ενεργειακά πολύ πιο εκτεθειμένη από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Υπάρχει ακόμη ένα σημείο που σπανίως ακούγεται. Η Αμερική διαθέτει πλέον περισσότερους από έναν μηχανισμούς για να συγκρατήσει τόσο την άνοδο της τιμής του πετρελαίου όσο και τη διάρκεια της πίεσης. Μπορεί να διοχετεύσει στην αγορά μέρος των στρατηγικών αποθεμάτων της. Παρότι αυτά είναι χαμηλότερα σε σχέση με το παρελθόν, επειδή είχαν χρησιμοποιηθεί και το 2022 χωρίς να αναπληρωθούν πλήρως, εξακολουθούν να είναι αρκετά ώστε να ασκήσουν πίεση στις διεθνείς τιμές για αρκετούς μήνες. Οι ΗΠΑ διαθέτουν σήμερα περισσότερα από 420 εκατομμύρια βαρέλια και μια ημερήσια ροή της τάξης του ενός εκατομμυρίου βαρελιών μπορεί να λειτουργήσει ανασχετικά για τη ζήτηση και να συμπιέσει αισθητά την τιμή.

Μπορούν επίσης να πιέσουν τη Σαουδική Αραβία να αυξήσει εκτάκτως την παραγωγή της, όπως είχε συμβεί και στη δεκαετία του ’80 με εντυπωσιακά αποτελέσματα. Η Σαουδική Αραβία έχει τους δικούς της στρατηγικούς λόγους να επιθυμεί το οριστικό τέλος της ιρανικής απειλής στη γειτονιά της και αυτό προσδίδει στις αμερικανικές πιέσεις ακόμη μεγαλύτερο βάρος. Υπάρχει ακόμη η δυνατότητα χαλάρωσης των κυρώσεων προς τη Ρωσία, επιλογή που προκαλεί αντιδράσεις από την ευρωπαϊκή πλευρά, αλλά ήδη έχουν σταλεί σήματα ότι η Ουάσιγκτον αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο μεγαλύτερης ευελιξίας, όπως έδειξε και η ανοχή προς τις εισαγωγές ρωσικού πετρελαίου από την Ινδία χωρίς τιμωρητικούς δασμούς. Μια προσωρινή χαλάρωση των κυρώσεων θα μπορούσε από μόνη της να περιορίσει ουσιαστικά το σοκ που συνδέεται με μια εμπλοκή στα Στενά του Ορμούζ.

Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, ωστόσο, εμφανίζονται να απορρίπτουν οποιαδήποτε ιδέα χαλάρωσης των κυρώσεων, την ίδια στιγμή που αποφεύγουν να κινηθούν αποφασιστικά ώστε να συμβάλουν σε μια λύση για την ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας στο Ορμούζ. Και όλα αυτά ενώ η ίδια η Ευρώπη είναι περισσότερο εκτεθειμένη απέναντι σε μια απότομη μείωση της προσφοράς πετρελαίου. Η εικόνα αυτή κάθε άλλο παρά τιμητική είναι για τους Ευρωπαίους και κάθε άλλο παρά αισιόδοξα μηνύματα στέλνει για την κατάσταση του ΝΑΤΟ. Οι πρώτοι παραμένουν εγκλωβισμένοι στη βραχυπρόθεσμη οπτική τους και το δεύτερο μοιάζει να έχει χάσει εντελώς τα αντανακλαστικά του.

Παράλληλα, οι ΗΠΑ διαθέτουν και το σχιστολιθικό πετρέλαιο ως μηχανισμό άμεσης απορρόφησης του κραδασμού. Για τιμές πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, η εκμετάλλευσή του γίνεται οικονομικά συμφέρουσα και λειτουργεί πλέον ως πραγματικό μαξιλάρι ασφαλείας. Η τεχνολογία αυτή δεν υπήρχε πριν από το 2008 και από τότε έχει αλλάξει τις ισορροπίες στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, ενισχύοντας την ανθεκτικότητα των ΗΠΑ σε αντίστοιχα σοκ προσφοράς. Υπάρχει και η προοπτική ενίσχυσης της παραγωγής από τη Βενεζουέλα, υπό συνθήκες μεγαλύτερου αμερικανικού ελέγχου, εξέλιξη που προϋποθέτει επενδύσεις και χρονικό ορίζοντα τουλάχιστον ενός έτους. Αυτό σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διαθέτουν τόσο βραχυπρόθεσμα εργαλεία για να περιορίσουν το σοκ όσο και πιο μεσοπρόθεσμους μοχλούς για να πιέσουν τις τιμές προς τα κάτω αργότερα. Γι’ αυτό και οι αγορές δεν αντέδρασαν με πανικό.

Μας λένε ακόμη ότι από τα Στενά του Ορμούζ περνά το 20% της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου. Και αυτό είναι σωστό. Εκείνο που μένει εκτός κάδρου είναι ότι στη δεκαετία του ’80 τα Στενά είχαν βρεθεί σε πολύ χειρότερη κατάσταση, σε συνθήκες σχεδόν ασφυκτικού αποκλεισμού για τέσσερα έως πέντε χρόνια, όχι για λίγες εβδομάδες. Ήταν η περίοδος του πολέμου Ιράν-Ιράκ, όταν και οι δύο πλευρές χτυπούσαν ανελέητα δεξαμενόπλοια σε μια προσπάθεια να στραγγαλίσουν τις εξαγωγές του αντιπάλου. Ήταν ο διαβόητος Tanker War. Τότε βυθίστηκαν περισσότερα από 400 τάνκερ και όμως οι διεθνείς τιμές όχι μόνο δεν ξέφυγαν ανεξέλεγκτα, αλλά υποχώρησαν τελικά σε χαμηλότερα επίπεδα όσο ο πόλεμος συνεχιζόταν ακόμη. Ο λόγος ήταν η μεγάλη αύξηση της προσφοράς από τη Σαουδική Αραβία, μέσω λιμανιών της Ερυθράς Θάλασσας, καθώς και η αξιοποίηση εναλλακτικών οδών που παρέκαμπταν το Ορμούζ.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και σε περίπτωση πλήρους διακοπής της διέλευσης από τα Στενά, γνωρίζουμε από την ιστορική εμπειρία ότι το σοκ προσφοράς δεν είναι καταδικασμένο να έχει μεγάλη διάρκεια. Πολύ περισσότερο όταν ήδη υπάρχουν τάνκερ που διέρχονται προς την Ινδία, την Κίνα και το Πακιστάν, ενώ το ίδιο το Ιράν επιδιώκει παρασκηνιακά διευθετήσεις με το Ιράκ ώστε να συνεχίζεται η κυκλοφορία και δικών του φορτίων. Η εικόνα ενός απόλυτου και αδιαπέραστου κλεισίματος δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά δεδομένα. Το μπλοκάρισμα ήδη εμφανίζει ρωγμές.

Μας προειδοποιούν τέλος για το νέο κύμα ακρίβειας που θα προκαλέσει η άνοδος της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Η προειδοποίηση αυτή έχει βάση. Την ίδια στιγμή, όμως, αποκρύπτει το κεντρικό στοιχείο της ευρωπαϊκής πραγματικότητας. Η ακρίβεια στην Ευρώπη και στην Ελλάδα δεν οφείλεται πρωτίστως στον πόλεμο στο Ιράν. Οφείλεται κυρίως στη φορολογική επιβάρυνση της ενέργειας και στον τρόπο με τον οποίο αυτή τιμολογείται, μέσα από ένα καθεστώς στρεβλώσεων που επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις πολύ πριν εμφανιστεί η τελευταία γεωπολιτική ανάφλεξη. Στην Ευρώπη η τιμή της ενέργειας είναι κατά μέσο όρο δύο έως τρεις φορές υψηλότερη από την αντίστοιχη στις Ηνωμένες Πολιτείες, ανεξάρτητα από τον πόλεμο. Η μέση τιμή κιλοβατώρας στις ΗΠΑ κυμαίνεται στα 12 με 13 λεπτά, ενώ στην Ευρώπη ξεπερνά τα 28 λεπτά. Ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της διαφοράς, της τάξης του 60% έως 66%, οφείλεται στη φορολογία και στις ρυθμιστικές επιβαρύνσεις, όχι στην πρώτη ύλη. Το υψηλότερο κόστος ρύπων για τον παραγωγό και οι αυξημένοι φόροι στον καταναλωτή διαμορφώνουν το βασικό βάρος.

Στην Ελλάδα η εικόνα είναι ακόμη πιο χαρακτηριστική. Περίπου το 60% της τελικής τιμής της ενέργειας αποδίδεται σε φόρους και σε έναν τρόπο τιμολόγησης που μεταφέρει σε όλους το κόστος του ακριβότερου παραγωγού, μέσα από το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Πρόκειται για διοικητικά διαμορφωμένες τιμές, αποτέλεσμα νομοθετημένων στρεβλώσεων. Εάν αυτές οι στρεβλώσεις χαλάρωναν και η φορολογική επιβάρυνση μειωνόταν ουσιαστικά, οι τιμές ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις θα μπορούσαν να υποχωρήσουν ακόμη και υπό συνθήκες αισθητής διεθνούς ανόδου του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Η σύγκριση με το πρόσφατο παρελθόν είναι αποκαλυπτική. Την περίοδο 2012-2015 η διεθνής τιμή πετρελαίου βρισκόταν στα 100 δολάρια το βαρέλι, περίπου όσο και τώρα μετά την πολεμική έκρηξη στον Περσικό. Τότε η μέση τιμή της κιλοβατώρας στην Ελλάδα κινούνταν γύρω στα 15 λεπτά. Μέχρι πριν από λίγες ημέρες, πριν ανοίξει το νέο μέτωπο με το Ιράν, το πετρέλαιο είχε πέσει στα 71 δολάρια, την ώρα που τα ελληνικά νοικοκυριά πλήρωναν περίπου 23 λεπτά την κιλοβατώρα. Με πρώτη ύλη φθηνότερη κατά 30% σε σχέση με το 2014, οι καταναλωτές κατέβαλλαν σχεδόν 50% ακριβότερους λογαριασμούς, πολλές φορές ακόμη και μετά από επιδοτήσεις. Αυτό από μόνο του αρκεί για να καταρρίψει το επιχείρημα ότι η σημερινή ακρίβεια είναι απλώς εισαγόμενη από το εξωτερικό.

Τα πραγματικά μέτρα ανακούφισης θα ήταν η ουσιαστική μείωση της φορολογίας και η διόρθωση των θεσμικών στρεβλώσεων στην αγορά ενέργειας. Όχι τα πρόσκαιρα πλαφόν στα πρατήρια, που συχνά οδηγούν είτε σε οικονομική ασφυξία της αγοράς είτε σε εξάπλωση της νοθείας στα καύσιμα.

Δεν μας σερβίρουν ευθέως ψέματα.

Μας σερβίρουν μισές αλήθειες.

Και αυτό είναι τελικά πολύ χειρότερο.

Υστερόγραφο: Ήδη αρκετές χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξετάζουν ή ανακοινώνουν σοβαρές παρεμβάσεις για τη μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης στην ενέργεια. Η Γερμανία είναι μία από αυτές. Αυτό το κομμάτι της εικόνας, ωστόσο, παραμένει επιμελώς εκτός της ελληνικής ενημέρωσης. Προς το παρόν τουλάχιστον.