15 Σεπτεμβρίου 2026

Ζουγανέλης: 28 χρόνια «Ας περιμένουν οι γυναίκες»

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Ο Γιάννης Ζουγανέλης μίλησε για τη διαχρονική απήχηση της ταινίας «Ας περιμένουν οι γυναίκες».
  • Διευκρίνισε ότι δεν θα παρευρεθεί στην προβολή της ταινίας στον Βόλο λόγω αυξημένων υποχρεώσεων.
  • Αποκάλυψε ότι ο τίτλος της ταινίας προήλθε από δική του φράση.
  • Περιέγραψε τον Σταύρο Τσιώλη ως διανοούμενο που εξέφραζε τη λαϊκότητα χωρίς λαϊκισμό.
  • Παρουσίασε τα νέα του θεατρικά σχέδια, συμπεριλαμβανομένων των «Λευκών νυχτών ενός κλόουν».

Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη της προβολή στις ελληνικές αίθουσες, η κινηματογραφική κωμωδία «Ας περιμένουν οι γυναίκες» συνεχίζει να προσελκύει ένα διαρκώς διευρυνόμενο κοινό, αποδεικνύοντας την ανθεκτικότητά της στον χρόνο. Ο Γιάννης Ζουγανέλης, ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές της ταινίας, παραχώρησε συνέντευξη στην εκπομπή του Γιάννη Ξυνόπουλου, εστιάζοντας στη συνεργασία του με τον σκηνοθέτη Σταύρο Τσιώλη, αλλά και στους λόγους για τους οποίους το φιλμ εξακολουθεί να συγκινεί και να ψυχαγωγεί. Παράλληλα, ο ηθοποιός θέλησε να ξεκαθαρίσει τη θέση του σχετικά με την επικείμενη προβολή της ταινίας στον Βόλο, ενώ παρουσίασε και τα επόμενα επαγγελματικά του βήματα στο θέατρο.

Η προβολή στον Βόλο και η θέση του Γιάννη Ζουγανέλη

Η δημοφιλής κωμωδία του Σταύρου Τσιώλη έχει προγραμματιστεί να προβληθεί την Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2026, στις 20:30, στον θερινό κινηματογράφο «Εξωραϊστική». Όταν ο δημοσιογράφος επισήμανε στον καλεσμένο του ότι το κοινό της πόλης ανέμενε την παρουσία του, ο Γιάννης Ζουγανέλης ήταν κατηγορηματικός: «Όχι, δεν θα είμαι. Δεν τους είπα ποτέ ότι μπορώ να είμαι». Διευκρίνισε, μάλιστα, ότι το ιδιαίτερα αυξημένο πρόγραμμα επαγγελματικών υποχρεώσεων δεν του επιτρέπει να παρευρίσκεται σε όλες τις επαναπροβολές των ταινιών στις οποίες έχει κατά καιρούς συμμετάσχει.

Μια ταινία που ανακαλύπτουν οι νεότερες γενιές

Το «Ας περιμένουν οι γυναίκες» γυρίστηκε το 1998, σε σενάριο και σκηνοθεσία του Σταύρου Τσιώλη. Στους κεντρικούς ρόλους συναντάμε τον Γιάννη Ζουγανέλη, τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Σάκη Μπουλά, οι οποίοι υποδύονται τρεις μπατζανάκηδες που, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με προορισμό τη Θάσο, καθυστερούν συστηματικά την άφιξή τους περιφερόμενοι γύρω από τη λίμνη Βόλβη. Η ταινία, διάρκειας 87 λεπτών, ενδέχεται να μην είχε την αναμενόμενη απήχηση κατά την πρώτη της κυκλοφορία, ωστόσο με τα χρόνια εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον εμβληματικές cult δημιουργίες του σύγχρονου ελληνικού κινηματογράφου. Οι διάλογοι, οι πολιτικές αναφορές και οι σουρεαλιστικές ατάκες της συνεχίζουν να αναπαράγονται ευρέως στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, φέρνοντας την ταινία σε επαφή με ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν αυτή γυρίστηκε.

«Η αλήθεια είναι ότι και σε εμένα έχει κάνει πολύ μεγάλη εντύπωση», παραδέχθηκε ο Γιάννης Ζουγανέλης, προσθέτοντας ότι ακόμη και στο εξωτερικό, κατά τη διάρκεια των μουσικών του περιοδειών στην Ευρώπη, άνθρωποι τον πλησιάζουν για να μιλήσουν γι’ αυτή την ταινία. Αναφέρθηκε, μάλιστα, σε ένα χαρακτηριστικό περιστατικό από εμφάνισή του στο Λονδίνο, όπου μια παρέα νεαρών φορούσε μπλουζάκια με εικόνα από την ταινία. Όταν τους πλησίασε ενθουσιασμένος, έλαβε την απάντηση: «Sorry mister, I don’t speak Greek». Όπως εξήγησε, επρόκειτο για Άγγλους θεατές, γεγονός που του αποκάλυψε ότι η απήχηση της ταινίας έχει ξεπεράσει ακόμη και τα ελληνικά σύνορα. «Βλέπει κανείς μια καλοκαιρινή κωμωδία, αλλά ταυτόχρονα βλέπει και ένα ελληνικό βίωμα που ήταν καταχωνιασμένο. Δεν υπήρχε άνθρωπος να το εκφράσει όπως το εξέφρασε ο Σταύρος Τσιώλης», σημείωσε χαρακτηριστικά.

Πώς γεννήθηκε ο τίτλος «Ας περιμένουν οι γυναίκες»

Ο Γιάννης Ζουγανέλης επιβεβαίωσε ότι η φράση που έδωσε τον τελικό τίτλο στην ταινία προήλθε από τον ίδιο. Ο αρχικός τίτλος του σεναρίου ήταν «Το ιστορικό συνέδριο της Βόλβης», όπως προκύπτει και από παλαιότερες αφηγήσεις ανθρώπων που συμμετείχαν στα γυρίσματα.

«Επειδή πάντα περιμένουν οι γυναίκες, το είπα. Με άκουσε ο Σταύρος και ονόμασε την ταινία “Ας περιμένουν οι γυναίκες”. Ουσιαστικά περιμένουν ακόμη και έχουν περάσει τόσα χρόνια», ανέφερε στη συνέντευξη. Η αφήγησή του επιβεβαιώνεται και από όσα είχε διηγηθεί ο ίδιος ο Σταύρος Τσιώλης σε παλαιότερη συνέντευξή του στο «Αθηνόραμα». Σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, η φράση ακούστηκε στη διάρκεια μιας πολύωρης συζήτησης για τον τίτλο της ταινίας και τελικά υιοθετήθηκε.

«Ο Τσιώλης εξέφραζε τη λαϊκότητα, όχι τον λαϊκισμό»

Μιλώντας για τον Σταύρο Τσιώλη, ο Γιάννης Ζουγανέλης περιέγραψε έναν άνθρωπο βαθιά καλλιεργημένο, ο οποίος μπορούσε να μεταφέρει στον κινηματογράφο τη λαϊκή έκφραση χωρίς να διολισθαίνει στον λαϊκισμό. «Ήταν ένας διανοούμενος πολύ υψηλού επιπέδου, ο οποίος είχε έντονα εκφρασμένη τη λαϊκότητα των ανθρώπων, όχι τον λαϊκισμό, τη λαϊκότητα», υπογράμμισε. Θυμήθηκε, επίσης, το κλίμα των γυρισμάτων και την επιμονή του σκηνοθέτη να αποδίδεται με απόλυτη ακρίβεια ο γραπτός του λόγος: «Μου έκανε εντύπωση η συνεργασία και το κοινόβιο που ζούσαμε, για να μπορέσουμε να αποδώσουμε όπως ήθελε, ακόμη και στη στίξη, την έκφραση του γραπτού του λόγου στο σινεμά».

Κατά τον Γιάννη Ζουγανέλη, ο Σταύρος Τσιώλης δεν περιοριζόταν στη σάτιρα της εκάστοτε επικαιρότητας. Παρατηρούσε τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική, η αισθητική και οι ανθρώπινες συμπεριφορές εφαρμόζονται μέσα στην κοινωνία. Γι’ αυτό και θεωρεί ότι, εάν η ταινία γυριζόταν σήμερα, ο δημιουργός της θα ακολουθούσε ουσιαστικά τον ίδιο δρόμο. «Ο Τσιώλης δεν ήταν επικαιρικός. Τα έργα του είναι διαχρονικά», τόνισε.

«Ο κόσμος έλεγε τις ατάκες και τραγουδούσε»

Ιδιαίτερη εντύπωση είχε προκαλέσει στον Γιάννη Ζουγανέλη η αντίδραση του κοινού σε παλαιότερη προβολή της ταινίας στη Θεσσαλονίκη. Η παρουσία του σε προβολή στο Cine Βακούρα είχε καταγραφεί και σε σχετικό αφιέρωμα. «Ο κόσμος έλεγε τις ατάκες και τραγουδούσε τα τραγούδια. Αυτό, ειλικρινά, δεν το έχω ξαναζήσει ποτέ. Να βλέπω τους ανθρώπους να λένε τις ατάκες μιας ταινίας, ενώ έχουν περάσει τόσα χρόνια. Τώρα τη βλέπουν οι νέοι», ανέφερε.

Στη συζήτηση έγινε αναφορά και στο «Φτάσαμεε!…», την ταινία του Σταύρου Τσιώλη που κυκλοφόρησε το 2004 και στην οποία συμμετείχε επίσης ο Γιάννης Ζουγανέλης. Ο ίδιος εξέφρασε την πεποίθηση ότι και αυτή η δημιουργία θα αποκτήσει σταδιακά την απήχηση που γνώρισε το «Ας περιμένουν οι γυναίκες».

Από την περιοδεία με τον Μποστ στις νέες θεατρικές παραστάσεις

Την ημέρα της συνέντευξης, ο Γιάννης Ζουγανέλης βρισκόταν καθ’ οδόν για το Θέατρο Πέτρας, όπου παρουσιαζόταν ο «Ρωμαίος και Ιουλιέτα» του Μποστ. Πρόκειται για παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, με τον ίδιο στον ρόλο της Παραμάνας της Ιουλιέτας. Στην παράσταση πρωταγωνιστούν ακόμη η Υρώ Μανέ, ο Άκης Σακελλαρίου, ο Σπύρος Μπιμπίλας και ο Γιάννης Δρακόπουλος. Ο Γιάννης Ζουγανέλης αποκάλυψε ότι η γνωριμία και η συνεργασία του με τον Μποστ υπήρξαν καθοριστικές για την καλλιτεχνική του πορεία: «Ο Μποστ είναι ένας άνθρωπος που με απενοχοποίησε και με βοήθησε να κάνω μετά πάρα πολλά πράγματα».

Από τις 19 Οκτωβρίου θα παρουσιάζεται στο Θέατρο Μαβίλη το έργο του Βασίλη Κατσικονούρη «Λευκές νύχτες ενός κλόουν», βασισμένο στη νουβέλα «Λευκές νύχτες» του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Ο Γιάννης Ζουγανέλης υπογράφει τη σκηνοθεσία και την πρωτότυπη μουσική, ενώ πρωταγωνιστούν ο Μάνος Βακούσης, η Μαρία Παπαλάμπρου και ο Ευθύμης Γεωργόπουλος. Στην παράσταση εντάσσεται και video art που έχει σχεδιάσει ο Παντελής Μάκκας. Οι παραστάσεις θα δίνονται κάθε Δευτέρα και Τρίτη, σύμφωνα με το ανακοινωμένο πρόγραμμα του Θεάτρου Μαβίλη.

Παράλληλα, ο Γιάννης Ζουγανέλης θα συμμετάσχει στην κωμωδία «Το παγόβουνο» της Ισπανίδας συγγραφέα Γιολάντα Γκαρσία Σεράνο. Η παράσταση, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη, ανεβαίνει από τις 8 Οκτωβρίου στο Embassy Theater, με τους Κατερίνα Γερονικολού, Γιάννη Τσιμιτσέλη και Θανάση Πατριαρχέα.

Το «Αχ… Μαρία!» έγινε βιβλίο

Στη συνέντευξη έγινε αναφορά και στο ιστορικό «Αχ… Μαρία!», την καλλιτεχνική σκηνή των Εξαρχείων που ταύτισε τη μουσική με τη σάτιρα, το θέατρο και την πολιτική κατά τη δεκαετία του 1980. Η ιστορία του αποτυπώθηκε πλέον στο βιβλίο «Αχ… Μαρία! 1980-1990», το οποίο υπογράφουν ο Γιάννης Ζουγανέλης και ο Αντώνης Τουμανίδης και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα. Στις 176 σελίδες του καταγράφονται πρόσωπα και γεγονότα μιας ολόκληρης καλλιτεχνικής εποχής, με αναφορές, μεταξύ άλλων, στον Νικόλα Άσιμο, τον Σάκη Μπουλά, τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου και τον Κώστα Τουρνά.

Ο Γιάννης Ζουγανέλης έκλεισε τη συζήτηση μιλώντας για τη σχέση της ηλικίας με τη δημιουργικότητα, αλλά και για το παράπονό του απέναντι σε ένα μέρος του ραδιοφώνου που, όπως είπε, ανακυκλώνει διαρκώς τα ίδια τραγούδια, αφήνοντας στο περιθώριο παλαιότερο υλικό και νέους δημιουργούς. «Η νεανικότητα δεν έχει να κάνει μόνο με την ηλικία. Έχει να κάνει με την εγρήγορση και τη δημιουργικότητα. Και η δημιουργικότητα δεν αφορά μόνο τους καλλιτέχνες· αφορά όλους τους ανθρώπους της καθημερινότητας».