6 Φεβρουαρίου 2026

Απαλλαγές, παραγραφές και προνόμια: Το Σύνταγμα που υπηρετεί την εξουσία

Η ανακοινωθείσα υπό του πρωθυπουργού αναθεώρηση του Συντάγματος, ανεξαρτήτως πολιτικής σκοπιμότητας, είναι προς την σωστή κατεύθυνση, εφ’ όσον βεβαίως δεν υποκρύπτει την μεταμόρφωση της Βουλής από απαλλακτήριο υπουργών και υφυπουργίσκων, όπως κατέστη διά του άρθρου 86, σε σύμπραξη δικαστών για απαλλαγές υπουργών, που “ασκούν τα καθήκοντα τους”, ενώ θα έπρεπε αυτοδικαίως να παραιτούνται με την απαγγελία κατηγορίας υπό του εισαγγελέως του Αρείου Πάγου.

Πέραν της επιρροής που ασκούν οι υπουργεύοντες, πρωθύστερο ζήτημα είναι η ανεπηρέαστη επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, που δεν είναι υπόθεση ποσοστών, αλλά απολύτως σύμφωνη με την “διάκριση των εξουσιών”. Η κυβέρνηση στηρίζεται στην πλειοψηφία της Βουλής και όχι στους δικαστές που προκρίνει. Ένα Σύνταγμα που θα καθόριζε ότι την ποινική δίωξη μέλους της κυβέρνησης ασκεί ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και αρμόδιος είναι ο “φυσικός δικαστής”, θα τακτοποιούσε το τεράστιο σκάνδαλο του προηγουμένου νομοθέτη, που σήμερα κουνάει το δάκτυλο.

Τα άλλα είναι εκ του πονηρού, όπως και η ταχύτατη παραγραφή των υπουργικών αδικημάτων, για την οποία λέξη δεν είπε ο πρωθυπουργός, ενώ αποτελεί συνταγματικό πραξικόπημα, με την διάκριση των πολιτών σε προνομιούχους πολιτευτές και στον “χύδην όχλο”. Τα ίδια ισχύουν για την… “βολευτική(!) ασυλία”, που δέον να παρέχεται μόνον κατόπιν  αιτήσεως του διωκομένου βουλευτή, για πράξεις ή παραλήψεις, που συνδέονται άμεσα με την πολιτική και όχι με φορολογικές παραβάσεις, όπως του κ. Κουτσούμπα.

Δεν εξαντλούνται εδώ οι αναθεωρητέες διατάξεις του Συντάγματος 2001. Πέραν της απλούστευσης της διαδικασίας αναθεώρησης με μία 4ετή Βουλή και πλειοψηφία 2/3, για να ανταποκρίνεται το Σύνταγμα στις ταχύτατα  μεταβαλλόμενες διεθνείς, αλλά κυρίως εσωτερικές συνθήκες, όπως λχ. η Τεχνητή Νοημοσύνη και η ερήμωση της υπαίθρου αντίστοιχα, ολόκληρο το σώμα του Συντάγματος χρήζει ανασυγκρότησης.

Βρίθουν οι διακρίσεις και αδικίες στο υπάρχον Σύνταγμα, όπως η αναδρομικότητα και η προκαταβολή φόρων, η διαφοροποίηση ανά επάγγελμα των συντελεστών φόρου εισοδήματος αντί ενός ενιαίου, η έλλειψη εγγύησης της πνευματικής ιδιοκτησίας, η ευχέρεια χορήγησης φορολογικών απαλλαγών (23 δισ. ευρώ το 2024), η δυσμενής μεταχείριση της ακίνητης περιουσίας έναντι των άλλων μορφών επενδύσεων και η άσκηση των χωροταξικών αυθαιρεσιών από δικαστές εις βάρος της προστασίας του φυσικού και ιστορικού περιβάλλοντος, όπως το “μπόνους” του τρίτου ορόφου και ο ουρανοξύστης στο Ελληνικό, που υπερβαίνει σε ύψος την Ακρόπολη.

Είναι πάμπολλες οι ατέλειες ενός φλύαρου Συντάγματος, που βολεύει τους εξουσιαστές εις βάρος του “κυρίαρχου” λαού, όπως η απαγόρευση της προσθήκης άσχετων και φωτογραφικών άρθρων σε αποκλειστικές νομοθετικές ρυθμίσεις, αλλά ο σεβασμός του Συντάγματος είναι πρωτεύον θέμα. Τα περί ισοσκελίσεως του κρατικού προϋπολογισμού χωρίς πιστωτικά έσοδα μπορεί να αποβούν εις βάρος της δημοσιονομικής πολιτικής σε περιόδους κρίσης και οικονομικής ύφεσης και καλόν είναι να αποφεύγονται τέτοιες συνταγματικές δεσμεύσεις.

Πιο σωστό φαίνεται η κατάργηση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και αυτή χρήζει εγγυήσεων. Εν ολίγοις, η χώρα έχει ανάγκη όχι απλώς αναθεώρησης του Συντάγματος, αλλά ανάκτησης ενός λιτού, συγχρόνου και αποτελεσματικού καταστατικού χάρτη. Το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών δεν έχει περισσότερα από 35 άρθρα έναντι 114 του Συντάγματος 1952, που ήταν το καλύτερο από όλα τα άλλα Συντάγματα της Ελληνικής πολιτείας, εξαιρέσει ίσως των διατάξεων που καθόριζαν την μορφή του πολιτεύματος, που όμως ρυθμίστηκε οριστικώς με την ελεύθερη βούληση του Ελληνικού λαού, τον Δεκέμβριο του 1974.