Αυξήσεις στα χαρτιά: Η αγοραστική δύναμη του μισθού παραμένει χαμηλή
Ο κατώτατος μισθός στην Ελλάδα φαίνεται πλέον να έχει φτάσει σε ένα ιδιαίτερα δύσκολο σημείο, όπου κάθε νέα αύξηση συναντά ταυτόχρονα τα όρια των πολύ μικρών επιχειρήσεων, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος και τη δημοσιονομική πολιτική που επιμένει στη διατήρηση υψηλών πλεονασμάτων.
Το πρόβλημα είναι σύνθετο. Ένα μεγάλο μέρος της ελληνικής οικονομίας στηρίζεται σε πολύ μικρές και ατομικές επιχειρήσεις, οι οποίες απασχολούν κυρίως ανειδίκευτους ή νεοεισερχόμενους εργαζομένους και δηλώνουν ότι αδυνατούν να σηκώσουν σημαντικά μεγαλύτερο μισθολογικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, η δημοσιονομική στρατηγική βασίζεται σε υψηλά φορολογικά έσοδα, τα οποία προέρχονται τόσο από την άμεση φορολογία, που ξεκινά ήδη από σχετικά χαμηλά εισοδήματα, όσο και από τους έμμεσους φόρους στην κατανάλωση.
Για την άνοιξη του 2027 έχει ανακοινωθεί ότι ο εισαγωγικός μισθός θα ανέλθει στα 950 ευρώ. Πρόκειται για αύξηση περίπου 3,2%, τη στιγμή που ο πληθωρισμός του Αυγούστου 2026 κινείται στο 3,8%. Για τις αρχές της επόμενης περιόδου έχει τεθεί ως στόχος ο κατώτατος μισθός να φτάσει τα 1.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε νέα αύξηση περίπου 5,2%.
Ωστόσο, η ονομαστική αύξηση δεν αποτυπώνει πλήρως την πραγματική θέση του εργαζομένου. Αν χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς η τελευταία Συλλογική Σύμβαση του 2010, όταν ο κατώτατος μισθός ήταν 751 ευρώ, η σημερινή αγοραστική δύναμη του εισαγωγικού μισθού εμφανίζεται σημαντικά χαμηλότερη.
Με ενδιάμεσο πληθωρισμό περίπου 26,3%, ο πραγματικός εισαγωγικός μισθός, παρά τις διαδοχικές διοικητικές αυξήσεις, αντιστοιχεί περίπου σε 678 ευρώ με όρους αγοραστικής δύναμης.
Πώς «ροκανίζεται» η αύξηση του μισθού
Το ερώτημα που επανέρχεται είναι εάν οι μειώσεις αποδοχών που επιβλήθηκαν την περίοδο των μνημονίων έχουν αφήσει πλέον μόνιμο αποτύπωμα όχι μόνο στις συντάξεις, αλλά και στους μισθούς των ενεργών εργαζομένων.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη επειδή από τον προσεχή Ιανουάριο αρχίζει να υπολογίζεται και η πρώτη τριετία για όσους έχουν συνεχή απασχόληση από την 1η Ιανουαρίου 2024. Η συμπλήρωση τριετίας συνεπάγεται αναπροσαρμογή κατά 10% στον βασικό μισθό, αυξάνοντας περαιτέρω το συνολικό μισθολογικό κόστος για τις επιχειρήσεις.
Σημαντικός παράγοντας πίσω από τους χαμηλούς μισθούς παραμένει και η χαμηλή παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας. Η ελληνική παραγωγικότητα εκτιμάται περίπου στο 56% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, με την αξία ανά ώρα εργασίας να κινείται κοντά στα 38 ευρώ, έναντι περίπου 76 ευρώ στη Γερμανία και σημαντικά υψηλότερων επιπέδων σε άλλες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η χαμηλή παραγωγικότητα δεν οφείλεται αποκλειστικά στην περιορισμένη εξειδίκευση ή στην έλλειψη επαγγελματικής κατάρτισης. Συνδέεται άμεσα και με το επενδυτικό έλλειμμα.
Οι πολύ μικρές επιχειρήσεις, που αποτελούν μεγάλο μέρος της ελληνικής παραγωγικής βάσης, έχουν περιορισμένη δυνατότητα να προχωρήσουν σε τεχνολογικές επενδύσεις μεγάλης κλίμακας. Αυτές ακριβώς οι επενδύσεις είναι που μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να δημιουργήσουν περιθώριο για υψηλότερες αμοιβές.
Η μεγάλη αριθμητική και εκλογική βαρύτητα των μικρών και ατομικών επιχειρήσεων παίζει επίσης καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Πρόκειται για έναν επαγγελματικό χώρο που βρίσκεται ήδη υπό ισχυρή φορολογική πίεση, τόσο εξαιτίας των τεκμηρίων όσο και λόγω της σταδιακής μεταφοράς σημαντικού μέρους του τζίρου προς μεγαλύτερες επιχειρήσεις, πολυκαταστήματα και αλυσίδες σούπερ μάρκετ.
Ο εργαζόμενος πληρώνει το κόστος της ελληνικής οικονομίας
Το αποτέλεσμα είναι ότι σημαντικό μέρος του κόστους της χαμηλής παραγωγικότητας, του μικρού μεγέθους των επιχειρήσεων, της περιορισμένης επενδυτικής δραστηριότητας και της υψηλής φορολογίας μεταφέρεται τελικά στον εργαζόμενο.
Ο σημερινός βασικός μισθός των 920 ευρώ μεικτά, που θα παραμείνει σε ισχύ για τουλάχιστον ακόμη έξι μήνες, αντιστοιχεί περίπου σε 756 ευρώ καθαρά για έναν εργαζόμενο χωρίς πρόσθετες αποδοχές.
Για μια επιχείρηση, όμως, το πραγματικό κόστος είναι σημαντικά υψηλότερο. Με την προσθήκη εργοδοτικών εισφορών και των υπολοίπων επιβαρύνσεων, το συνολικό κόστος υπολογίζεται περίπου στα 1.105 ευρώ τον μήνα και στα 15.456 ευρώ ετησίως.
Η διαφορά ανάμεσα στα μεικτά, στα καθαρά και στο πραγματικό εργοδοτικό κόστος αποτυπώνει μία από τις μεγαλύτερες στρεβλώσεις της ελληνικής αγοράς εργασίας.
Ένα σημαντικό μέρος κάθε αύξησης χάνεται πριν φτάσει στην τσέπη του εργαζομένου. Η φορολογία απορροφά περίπου το ένα πέμπτο της πρόσθετης αμοιβής πάνω από συγκεκριμένα επίπεδα εισοδήματος, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: ο εργαζόμενος ζητά υψηλότερο καθαρό μισθό για να αντιμετωπίσει την ακρίβεια, ο εργοδότης βλέπει το πραγματικό κόστος απασχόλησης να αυξάνεται σημαντικά περισσότερο και το κράτος διατηρεί υψηλά έσοδα από φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Η συζήτηση για τον κατώτατο μισθό δεν μπορεί, επομένως, να περιορίζεται μόνο στο ονομαστικό ποσό. Το πραγματικό ζήτημα είναι πόσα χρήματα τελικά μένουν στον εργαζόμενο, πόσο κοστίζει η ίδια θέση εργασίας στην επιχείρηση και κυρίως πόση αγοραστική δύναμη αντιπροσωπεύουν αυτά τα χρήματα μέσα σε ένα περιβάλλον επίμονου πληθωρισμού.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Καλοκαιρινός καιρός την Παρασκευή, μεταβολή από το Σάββατο
Goldman, Citi, Barclays: Νέα αύξηση επιτοκίων από ΕΚΤ
Υπόθεση Μαζωνάκη: Οι γιατροί, η νεκροτομή και το κρίσιμο κενό στο χρονικό