11 Σεπτεμβρίου 2026

Τραμπ για πόλεμο με Ιράν: «Θα έκανα ξανά ακριβώς το ίδιο»

Αμετακίνητος εμφανίζεται ο Ντόναλντ Τραμπ ως προς την απόφασή του να οδηγήσει τις Ηνωμένες Πολιτείες σε πολεμική σύγκρουση με το Ιράν, ξεκαθαρίζοντας ότι δεν μετανιώνει για την επιλογή του, ακόμη και αν αυτή προκαλέσει πολιτικό κόστος στους Ρεπουμπλικάνους στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

Σε συνέντευξή του στη δημοσιογράφο του Fox News, Λόρα Ίνγκραχαμ, ο Αμερικανός πρόεδρος ρωτήθηκε εάν, γνωρίζοντας πλέον τις επιπτώσεις του πολέμου και τις πιθανές συνέπειες για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα, θα ακολουθούσε διαφορετική πορεία.

Η απάντησή του ήταν κατηγορηματική: «Δεν πιστεύω στη λέξη “μετάνοια”», ανέφερε, προσθέτοντας ότι κάθε απόφαση μπορεί εκ των υστέρων να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ωστόσο, έσπευσε να ξεκαθαρίσει πως, εάν βρισκόταν ξανά μπροστά στην ίδια επιλογή, θα ενεργούσε ακριβώς με τον ίδιο τρόπο.

Ο Τραμπ απορρίπτει τη δυσαρέσκεια στη βάση του

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ απέρριψε παράλληλα τις εκτιμήσεις ότι ο πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει απογοήτευση ή κόπωση στους υποστηρικτές του. Αντίθετα, υποστήριξε ότι η εκλογική του βάση αντιμετωπίζει θετικά τη στάση του απέναντι στην Τεχεράνη.

«Δεν νομίζω ότι είναι απογοητευμένοι. Νομίζω ότι είναι πολύ υπερήφανοι για το γεγονός ότι δεν επιτρέπω στο Ιράν να αποκτήσει πυρηνικό όπλο», δήλωσε, επιχειρώντας να παρουσιάσει τη στρατιωτική σύγκρουση ως αναγκαία επιλογή για την αποτροπή της πυρηνικής ενίσχυσης της Τεχεράνης.

Ο Τραμπ επανέλαβε ακόμη την πρόβλεψή του ότι ο πόλεμος θα ολοκληρωθεί αμέσως μετά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου.

«Τελειώνει αμέσως μετά τις εκλογές», ανέφερε, επαναλαμβάνοντας ανάλογη δήλωση που είχε κάνει μία ημέρα νωρίτερα. Παράλληλα, κατηγόρησε το Ιράν ότι επιδιώκει να επηρεάσει την εκλογική διαδικασία στις ΗΠΑ, η οποία θα καθορίσει και τον συσχετισμό δυνάμεων στο Κογκρέσο.

Πίεση από τις τιμές ενέργειας και το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν

Η πολεμική σύγκρουση έχει ήδη μεταφερθεί και στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο των ΗΠΑ, καθώς η άνοδος στις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου δημιουργεί αυξανόμενη πίεση στους Ρεπουμπλικάνους ενόψει των εκλογών.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν επιθέσεις κατά του Ιράν στις 28 Φεβρουαρίου, με την Τεχεράνη να απαντά στη συνέχεια με δικά της πλήγματα εναντίον του Ισραήλ και κρατών του Κόλπου όπου βρίσκονται αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις.

Στο ίδιο πολεμικό μέτωπο, οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν, καθώς και οι ισραηλινές επιχειρήσεις στον Λίβανο, έχουν προκαλέσει, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιοποιηθεί, χιλιάδες νεκρούς και εκατομμύρια εκτοπισμένους, εντείνοντας ακόμη περισσότερο την ανθρωπιστική και γεωπολιτική κρίση στην περιοχή.

Κεντρικό επιχείρημα της Ουάσιγκτον παραμένει το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Ο Τραμπ έχει παρουσιάσει ως βασικό στρατηγικό στόχο του πολέμου την αποδυνάμωση των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν και την αποτροπή της απόκτησης πυρηνικού όπλου.

Η ιρανική κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει πυρηνικά όπλα και ότι το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου εξυπηρετεί αποκλειστικά ειρηνικούς σκοπούς. Οι Ηνωμένες Πολιτείες παραμένουν ήδη μία από τις αναγνωρισμένες πυρηνικές δυνάμεις παγκοσμίως.

Η επιμονή του Ντόναλντ Τραμπ ότι θα λάμβανε ξανά την ίδια απόφαση επιβεβαιώνει ότι ο πόλεμος με το Ιράν δεν αντιμετωπίζεται από τον ίδιο μόνο ως στρατιωτική επιλογή, αλλά και ως κεντρικό πολιτικό στοίχημα ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών.