9 Ιουλίου 2026

Chat Control: Η Ευρώπη ανοίγει την πόρτα στη μαζική επιτήρηση

Σε μια από τις πιο αμφιλεγόμενες κοινοβουλευτικές κινήσεις των τελευταίων ετών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο άνοιξε ξανά τον δρόμο για το λεγόμενο Chat Control, ένα πλαίσιο που επιτρέπει τον έλεγχο ψηφιακών επικοινωνιών στο όνομα της προστασίας των παιδιών από τη σεξουαλική κακοποίηση.

Η υπόθεση προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς αγγίζει τον πυρήνα της ιδιωτικότητας στις ηλεκτρονικές συνομιλίες. Με 276 ψήφους υπέρ, 286 κατά και 30 αποχές, η πρόταση πέρασε στη δεύτερη ανάγνωση, παρά το γεγονός ότι οι ψήφοι κατά ήταν περισσότερες από τις υπέρ. Το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στη διαδικασία: για να απορριφθεί απαιτούνταν απόλυτη πλειοψηφία 360 ψήφων, αριθμός που δεν συγκεντρώθηκε.

Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί βαριές αιχμές για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι ευρωπαϊκοί θεσμοί όταν πρόκειται για ευαίσθητα ζητήματα δικαιωμάτων. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι πως μια πλειοψηφία παρόντων ευρωβουλευτών τάχθηκε κατά, όμως η ειδική διαδικασία επέτρεψε την προώθηση του μέτρου.

Η προστασία των παιδιών ως επίσημη αιτιολόγηση

Η επίσημη επιχειρηματολογία στηρίζεται στην ανάγκη εντοπισμού υλικού σεξουαλικής κακοποίησης παιδιών στις ψηφιακές πλατφόρμες. Πρόκειται για έναν στόχο που κανείς σοβαρός άνθρωπος δεν μπορεί να αμφισβητήσει. Το επίμαχο σημείο βρίσκεται στο εργαλείο που επιλέγεται και στις συνέπειες που μπορεί να έχει για εκατομμύρια πολίτες.

Το πλαίσιο δίνει τη δυνατότητα σε μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες, όπως Meta, Google, Microsoft και άλλες πλατφόρμες, να εφαρμόζουν ελέγχους σε ιδιωτικές συνομιλίες, φωτογραφίες και βίντεο, με παρέκκλιση από τον κανονισμό ePrivacy. Η διατύπωση περί «εθελοντικών μέτρων» προκαλεί έντονη ανησυχία, καθώς στην πράξη τέτοιες ρυθμίσεις μπορούν να μετατραπούν σε μόνιμο πλαίσιο λειτουργίας.

Οι επικριτές του Chat Control προειδοποιούν ότι το μέτρο δεν στοχεύει αποκλειστικά σε γνωστά εγκληματικά δίκτυα. Δημιουργεί τις τεχνικές και θεσμικές προϋποθέσεις για μαζική, προληπτική και αδιάκριτη σάρωση επικοινωνιών, ακόμη και σε συνομιλίες πολιτών που δεν σχετίζονται με καμία παράνομη δραστηριότητα.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η προοπτική του client-side scanning, δηλαδή της δυνατότητας να ελέγχεται περιεχόμενο μέσα στη συσκευή του χρήστη πριν ακόμη αποσταλεί ένα μήνυμα. Σήμερα η αιτιολόγηση αφορά την παιδική κακοποίηση. Αύριο το ίδιο τεχνικό εργαλείο μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άλλες κατηγορίες περιεχομένου, από την «παραπληροφόρηση» έως οποιαδήποτε θεματική κριθεί επικίνδυνη από κυβερνήσεις ή μεγάλες πλατφόρμες.

Ο κοινοβουλευτικός ελιγμός και το επόμενο στάδιο

Το ιστορικό της υπόθεσης είναι αποκαλυπτικό. Το λεγόμενο Chat Control 1.0 είχε λήξει στις 3 Απριλίου 2026, μετά από προηγούμενη απόρριψη της παράτασής του τον Μάρτιο, με 311 ψήφους κατά, 228 υπέρ και 92 αποχές.

Η νέα διαδικασία έφερε διαφορετικό αποτέλεσμα, λόγω της ειδικής δικλείδας που απαιτούσε 360 ψήφους για την απόρριψη. Έτσι, ακόμη και με περισσότερες ψήφους κατά από τις υπέρ, το πλαίσιο προχώρησε. Η στάση της προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Ρομπέρτα Μέτσολα και του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της κριτικής, καθώς οι αντίπαλοι του μέτρου μιλούν για θεσμικό ελιγμό που επέτρεψε να περάσει κάτι που υπό κανονικές συνθήκες θα είχε απορριφθεί.

Οι υπέρμαχοι της ιδιωτικότητας προειδοποιούν ότι πρόκειται για μαζική επιτήρηση μεταμφιεσμένη σε πολιτική προστασίας ανηλίκων. Η ανησυχία τους είναι σαφής: όταν οι πολίτες συνηθίσουν να ελέγχονται «για το καλό», η επέκταση του ελέγχου σε νέα πεδία γίνεται πολύ πιο εύκολη.

Το ζήτημα δεν έχει κλείσει, καθώς ο φάκελος οδηγείται πλέον στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, το πολιτικό μήνυμα είναι ήδη βαρύ. Η ιδιωτικότητα στις ψηφιακές επικοινωνίες αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως δικαίωμα υπό αίρεση, το οποίο μπορεί να περιορίζεται κάθε φορά που οι θεσμοί και οι τεχνολογικές εταιρείες επικαλούνται λόγους ασφάλειας.

Η προστασία των παιδιών είναι αδιαπραγμάτευτη. Η γενικευμένη επιτήρηση των πολιτών δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως φυσιολογικό τίμημα. Αν η Ευρώπη αποδεχθεί ότι κάθε ιδιωτική συνομιλία μπορεί να σαρωθεί προληπτικά, τότε το επόμενο ερώτημα δεν θα είναι αν υπάρχει παρακολούθηση. Θα είναι ποιος την ελέγχει, με ποια κριτήρια και μέχρι πού μπορεί να φτάσει.