3 Σεπτεμβρίου 2026

Εκπαίδευση δύο ταχυτήτων: Πολλοί φοιτητές, λίγα χρήματα για σχολεία και υποδομές

Η ελληνική εκπαίδευση πληρώνει ένα διπλό τίμημα: από τη μία τη χρόνια χαμηλή κρατική χρηματοδότηση και από την άλλη τη στρεβλή κατανομή των διαθέσιμων πόρων, με την τριτοβάθμια εκπαίδευση να απορροφά αναλογικά μεγαλύτερο μέρος των δαπανών, την ώρα που Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια παραμένουν πίσω.

Η Ελλάδα διαθέτει αναλογικά περισσότερους φοιτητές από οποιαδήποτε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την ίδια στιγμή που οι συνολικές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση παραμένουν χαμηλότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Κατά την περίοδο 2001-2024, η κρατική χρηματοδότηση κινήθηκε κατά μέσο όρο στο 4,1% του ΑΕΠ, έναντι 4,8% στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Μέσα σε αυτό το ήδη περιορισμένο πλαίσιο, η τριτοβάθμια εκπαίδευση απορροφά περίπου το 1% του ΑΕΠ, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος βρίσκεται στο 0,8%. Η εξήγηση μοιάζει αρχικά απλή: περισσότεροι φοιτητές απαιτούν περισσότερους πόρους.

Το πρόβλημα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος αυτής της πρόσθετης χρηματοδότησης κατευθύνεται στη μισθοδοσία του προσωπικού και όχι σε κρίσιμους τομείς που καθορίζουν την ποιότητα της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης, όπως η έρευνα, οι υποδομές, οι υποτροφίες, η φοιτητική στέγη και η κοινωνική μέριμνα.

Πρωταθλήτρια στους φοιτητές, ουραγός στη χρηματοδότηση

Τα στοιχεία που περιλαμβάνει μελέτη της Eurobank για την ελληνική εκπαίδευση είναι αποκαλυπτικά. Το 55,7% των νέων ηλικίας 20 ετών φοιτά σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, όταν ο μέσος όρος στην ΕΕ των 27 διαμορφώνεται μόλις στο 33,1% για την περίοδο 2013-2024.

Την περίοδο 2001-2023 περισσότεροι από 75.000 πρωτοετείς φοιτητές εισέρχονταν κάθε χρόνο σε πανεπιστημιακά και τεχνολογικά ιδρύματα. Ο αριθμός των προπτυχιακών φοιτητών που βρίσκονται εντός των προβλεπόμενων εξαμήνων σπουδών παραμένει κοντά στις 300.000 ετησίως, φθάνοντας τις 296.800 το 2023.

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αύξηση στις μεταπτυχιακές και διδακτορικές σπουδές. Όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι επιδιώκουν πρόσθετα ακαδημαϊκά προσόντα, σε μια αγορά εργασίας που συχνά αδυνατεί να απορροφήσει ακόμη και το βασικό πανεπιστημιακό πτυχίο.

Ο αριθμός των μεταπτυχιακών φοιτητών υπερ-οκταπλασιάστηκε μεταξύ 2001 και 2023 και έφθασε τους 106.800, ενώ οι υποψήφιοι διδάκτορες σχεδόν τριπλασιάστηκαν, αγγίζοντας τους 33.700.

Η εικόνα αυτή αποκαλύπτει μία βαθιά αντίφαση του ελληνικού παραγωγικού μοντέλου. Η χώρα παράγει όλο και περισσότερους πτυχιούχους υψηλής εξειδίκευσης, ενώ την ίδια ώρα σημαντικά τμήματα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθούν να αναζητούν ανειδίκευτο ή χαμηλής ειδίκευσης προσωπικό.

Ταυτόχρονα, η παραγωγικότητα παραμένει εξαιρετικά χαμηλή, στο 56,2% του ευρωπαϊκού μέσου όρου, στοιχείο που συνδέεται με τη χρόνια υστέρηση επενδύσεων, τεχνολογικού εκσυγχρονισμού και παραγωγικής αναδιάρθρωσης.

Το αποτέλεσμα είναι ένα γνώριμο πλέον φαινόμενο: η Ελλάδα χρηματοδοτεί τις σπουδές χιλιάδων νέων, οι οποίοι στη συνέχεια αναζητούν επαγγελματικές προοπτικές στο εξωτερικό. Το brain drain μετατρέπει έτσι ένα σημαντικό δημόσιο εκπαιδευτικό κόστος σε ανθρώπινο κεφάλαιο που αξιοποιείται από άλλες οικονομίες.

Το σχολείο μένει πίσω και τα φροντιστήρια καλύπτουν το κενό

Η μεγάλη πίεση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει άμεσες συνέπειες για την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Για το σχολικό σύστημα το ελληνικό κράτος κατευθύνει συνολικά περίπου 3,1% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχεται στο 4%.

Πρόκειται για σημαντικό χρηματοδοτικό έλλειμμα, το οποίο αποτυπώνεται σε σχολικές υποδομές, ελλείψεις προσωπικού, περιορισμένη υποστήριξη μαθητών και ανεπαρκείς παρεμβάσεις σε σύγχρονες εκπαιδευτικές ανάγκες.

Η υποχρηματοδότηση υποβαθμίζει σταδιακά το δημόσιο σχολείο και μεταφέρει μεγάλο μέρος του κόστους στις οικογένειες. Τα φροντιστήρια και η ιδιωτική συμπληρωματική εκπαίδευση μετατρέπονται έτσι σε σχεδόν απαραίτητο στάδιο για την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Η ελληνική οικογένεια πληρώνει ουσιαστικά δύο φορές: μέσω της φορολογίας για ένα δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα που δεν χρηματοδοτείται επαρκώς και στη συνέχεια από το προσωπικό της εισόδημα για να καλύψει τα κενά που αφήνει το κράτος.

Η ίδια αναντιστοιχία συνεχίζεται και μέσα στα πανεπιστήμια. Παρά το υψηλό ποσοστό του ΑΕΠ που κατευθύνεται στα ΑΕΙ σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι παροχές προς τους ίδιους τους φοιτητές παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες.

Σύμφωνα με τη μελέτη, μόλις το 5,5% των συνολικών πανεπιστημιακών δαπανών κατευθύνεται κατά μέσο όρο σε κατηγορίες όπως υποτροφίες, κοινωνικά βοηθήματα, σίτιση, στέγαση, επενδυτικές επιχορηγήσεις, κτιριακές παρεμβάσεις και εξοπλισμό.

Το μεγαλύτερο μέρος των πόρων καταλήγει στη μισθοδοσία, με αποτέλεσμα τα ελληνικά πανεπιστήμια να διαθέτουν περιορισμένη χρηματοδότηση για έρευνα, φοιτητική μέριμνα και σύγχρονες υποδομές.

Το πρόβλημα επομένως δεν είναι ότι η Ελλάδα δαπανά απλώς λιγότερα χρήματα για την εκπαίδευση. Είναι ότι τα λίγα διαθέσιμα κονδύλια κατανέμονται με τρόπο που δεν υπηρετεί ούτε τις ανάγκες του σχολείου ούτε τη λειτουργία ενός σύγχρονου πανεπιστημίου.

Η χώρα έχει οικοδομήσει ένα εκπαιδευτικό μοντέλο που οδηγεί πολύ μεγάλο ποσοστό των νέων στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, χωρίς παράλληλα να διαθέτει το παραγωγικό σύστημα που θα αξιοποιήσει τα προσόντα τους και χωρίς να χρηματοδοτεί επαρκώς τις βαθμίδες που προηγούνται του πανεπιστημίου.

Το αποτέλεσμα είναι ένας φαύλος κύκλος: υποχρηματοδοτημένα σχολεία, οικογένειες που καταφεύγουν στα φροντιστήρια, μαζική είσοδος στα ΑΕΙ, ανεπαρκής φοιτητική μέριμνα και τελικά χιλιάδες νέοι υψηλής κατάρτισης που αναζητούν εργασία εκτός Ελλάδας.

Χωρίς ουσιαστική αύξηση της χρηματοδότησης και, κυρίως, χωρίς διαφορετική κατανομή των πόρων ανάμεσα στις βαθμίδες της εκπαίδευσης, η κατάσταση δύσκολα μπορεί να ανατραπεί. Η χώρα δεν χρειάζεται μόνο περισσότερους πτυχιούχους. Χρειάζεται ισχυρό δημόσιο σχολείο, πανεπιστήμια με υποδομές και έρευνα και μια οικονομία ικανή να αξιοποιήσει τους ανθρώπους που η ίδια εκπαιδεύει.