Γυαλιά ηλίου και δημόσια υγεία: Μέτωπο οπτικών με το υπουργείο Υγείας
Έντονη ανησυχία για την προστασία της δημόσιας υγείας εκφράζει ο Πανελλήνιος Σύλλογος Οπτικών Οπτομετρών, με αφορμή πρόσφατες εγκυκλίους του υπουργείου Υγείας που επιτρέπουν τη διάθεση γυαλιών ηλίου και από μη οπτικά καταστήματα, χωρίς την υποχρεωτική φυσική παρουσία διπλωματούχου οπτικού – οπτομέτρη.
Ο ΠΣΟΟ–ΝΠΔΔ κάνει λόγο για σοβαρή θεσμική απορρύθμιση στον χώρο της οπτικής υγείας και ζητά την άμεση ανάκληση των επίμαχων εγκυκλίων. Το ζήτημα, όπως υπογραμμίζει ο κλάδος, δεν αφορά μια απλή εμπορική δραστηριότητα, αλλά την ασφάλεια των πολιτών απέναντι σε προϊόντα που σχετίζονται άμεσα με την προστασία της όρασης.
Οι οπτικοί επισημαίνουν ότι τα γυαλιά ηλίου δεν είναι απλό καταναλωτικό είδος. Αποτελούν μέσο προστασίας από την υπεριώδη ακτινοβολία και η λανθασμένη επιλογή φακών μπορεί να δημιουργήσει ψευδή αίσθηση ασφάλειας, με πραγματικούς κινδύνους για τα μάτια. Η απουσία επιστημονικής καθοδήγησης, σύμφωνα με τον Σύλλογο, ανοίγει τον δρόμο για ανεπαρκή προστασία και υποβάθμιση της φροντίδας όρασης.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα παιδιά, καθώς η παιδική όραση βρίσκεται σε φάση ανάπτυξης και απαιτεί εξειδικευμένη προστασία. Ο ΠΣΟΟ–ΝΠΔΔ τονίζει ότι η επιλογή γυαλιών ηλίου για ανηλίκους δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως απλή συναλλαγή λιανικής, επειδή οι επιπτώσεις μιας ακατάλληλης επιλογής μπορεί να είναι μακροπρόθεσμες και δυνητικά σοβαρές.
Καταγγελία για θεσμική απορρύθμιση και «εικονική» επιστημονική ευθύνη
Ο Σύλλογος καταγγέλλει ότι οι εγκύκλιοι εκδόθηκαν χωρίς προηγούμενη διαβούλευση και χωρίς να ζητηθεί η γνώμη του αρμόδιου θεσμοθετημένου φορέα, παρότι ο ΠΣΟΟ λειτουργεί ως Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου και εκπροσωπεί τον κλάδο. Η επιλογή αυτή, όπως αναφέρεται, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα θεσμικής τάξης και υπονομεύει τη συνεργασία της Πολιτείας με τον επιστημονικό φορέα.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η δυνατότητα ένας επιστημονικά υπεύθυνος να καλύπτει πολλαπλά καταστήματα ή ακόμη και ολόκληρα δίκτυα αλυσίδων λιανικής πώλησης γυαλιών ηλίου, χωρίς να έχει φυσική παρουσία. Κατά τον Σύλλογο, η επιστημονική ευθύνη είναι προσωπική και αδιαίρετη, απαιτεί πραγματική εποπτεία και δεν μπορεί να μετατραπεί σε τυπική διοικητική κάλυψη επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Οι οπτικοί υποστηρίζουν ότι κανένας επιστημονικά υπεύθυνος δεν μπορεί να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο σε καταστήματα όπου δεν βρίσκεται. Δεν μπορεί, επίσης, να αναλαμβάνει πραγματική ευθύνη για προϊόντα, διαδικασίες και πρακτικές που δεν εποπτεύει άμεσα. Η φυσική παρουσία του οπτικού – οπτομέτρη, κατά τον κλάδο, είναι όρος προστασίας του πολίτη και όχι γραφειοκρατική λεπτομέρεια.
Ο ΠΣΟΟ–ΝΠΔΔ θεωρεί ότι οι εγκύκλιοι 3071/11.06.2026 και 3303/23.06.2026 αλλοιώνουν το περιεχόμενο της επιστημονικής εποπτείας που προβλέπεται από τον Ν. 971/1979. Ο συγκεκριμένος νόμος, όπως τονίζεται, θεσπίστηκε ως εγγύηση δημόσιας υγείας και δεν μπορεί να αποδυναμώνεται μέσω ερμηνευτικών διοικητικών πράξεων.
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, η εφαρμογή των εγκυκλίων προκαλεί και στρέβλωση του ανταγωνισμού εις βάρος των νόμιμων οπτικών καταστημάτων. Τα οπτικά καταστήματα λειτουργούν επί δεκαετίες με αυστηρές αδειοδοτικές προϋποθέσεις, τεχνικές προδιαγραφές, υγειονομικούς κανόνες και σημαντικό οικονομικό κόστος. Αντίθετα, η νέα ερμηνεία επιτρέπει τη διάθεση οπτικών προϊόντων από επιχειρήσεις που δεν υπόκεινται στο ίδιο πλαίσιο ευθύνης.
Ο πρόεδρος του ΠΣΟΟ–ΝΠΔΔ, Θωμάγγελος Μιχαλάκης, δήλωσε ότι η όραση αποτελεί δημόσιο αγαθό υγείας και ότι κάθε πολίτης, ιδιαίτερα κάθε παιδί, δικαιούται ασφαλή επιλογή, επιστημονική καθοδήγηση και παρουσία διπλωματούχου οπτικού – οπτομέτρη. Τόνισε ότι οι εγκύκλιοι που επιτρέπουν τη διάθεση οπτικών προϊόντων χωρίς πραγματική επιστημονική παρουσία δημιουργούν ψευδή εικόνα ελέγχου και αποδυναμώνουν το πλαίσιο προστασίας.
Ο Σύλλογος ζητά την άμεση ανάκληση των εγκυκλίων, δίκαιη φορολογική μεταχείριση των οπτικών μέσων, άμεση θεσμική ρύθμιση των επαγγελματικών δικαιωμάτων του κλάδου και ουσιαστικό διάλογο με την Πολιτεία. Η θέση του ΠΣΟΟ είναι ότι η νομιμότητα, η δημόσια υγεία και η ισότιμη πρόσβαση όλων των πολιτών σε ποιοτικές υπηρεσίες όρασης πρέπει να αποτελέσουν τον μοναδικό οδηγό κάθε κυβερνητικής απόφασης.
ΦΠΑ, επαγγελματικά δικαιώματα και ευρωπαϊκή πρακτική
Παράλληλα, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Οπτικών Οπτομετρών επαναφέρει το αίτημα υπαγωγής των γυαλιών οράσεως, των φακών επαφής, των υγρών συντήρησης, των βοηθημάτων χαμηλής όρασης και των σχετικών υπηρεσιών σε μειωμένο ή υπερμειωμένο ΦΠΑ. Σήμερα, η Ελλάδα επιβάλλει ΦΠΑ 24% στα μέσα διόρθωσης της όρασης, αντιμετωπίζοντας ουσιαστικά ένα βασικό αγαθό υγείας ως κοινό φορολογικό προϊόν.
Ο Σύλλογος υπογραμμίζει ότι η όραση δεν είναι είδος πολυτελείας. Τα γυαλιά οράσεως, οι φακοί επαφής και τα βοηθήματα χαμηλής όρασης είναι αναγκαία ιατροτεχνολογικά προϊόντα, καθώς επιτρέπουν σε εκατομμύρια πολίτες να εργάζονται, να σπουδάζουν, να μετακινούνται και να συμμετέχουν ισότιμα στην κοινωνική και οικονομική ζωή.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία επιτρέπει την εφαρμογή μειωμένων συντελεστών σε αντίστοιχα προϊόντα και, όπως σημειώνει ο ΠΣΟΟ, η πλειονότητα των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ήδη υιοθετήσει ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς. Για τον λόγο αυτό ζητείται η ένταξη των οπτικών μέσων και των υπηρεσιών οπτικού – οπτομέτρη σε συντελεστή ΦΠΑ 13% ή 6%.
Η μείωση του ΦΠΑ παρουσιάζεται από τον Σύλλογο ως μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης, προστασίας της δημόσιας υγείας και στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Θα έκανε τα μέσα αποκατάστασης της όρασης πιο προσιτά στους πολίτες, θα εναρμόνιζε την Ελλάδα με την ευρωπαϊκή πρακτική και θα αναγνώριζε στην πράξη ότι η πρόσβαση στην όραση είναι δικαίωμα και όχι φορολογούμενη πολυτέλεια.
Την ίδια ώρα, παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της θεσμικής κατοχύρωσης των επαγγελματικών δικαιωμάτων των οπτικών – οπτομετρών. Μετά την απόφαση 1513/2022 του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία έκρινε ότι ο καθορισμός των επαγγελματικών δικαιωμάτων δεν μπορεί να γίνεται αποσπασματικά με υπουργικές αποφάσεις, αλλά μόνο με νόμο ή Προεδρικό Διάταγμα, το θεσμικό κενό εξακολουθεί να παραμένει.
Η απόφαση του ΣτΕ ακύρωσε σχετικές διατάξεις υπουργικής απόφασης του 2017, μεταξύ αυτών και την πρόβλεψη που επέβαλλε τη διενέργεια οπτομετρικών εξετάσεων μόνο υπό την εποπτεία οφθαλμιάτρου. Το αποτέλεσμα, σύμφωνα με τον ΠΣΟΟ, είναι μια παρατεταμένη νομική εκκρεμότητα που δημιουργεί ανασφάλεια στους επαγγελματίες, στους πτυχιούχους και στους φοιτητές των σχολών Οπτικής – Οπτομετρίας.
Ο Σύλλογος ζητά σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο που θα κατοχυρώνει με σαφήνεια τα επαγγελματικά δικαιώματα των οπτικών – οπτομετρών, θα αναγνωρίζει την πανεπιστημιακή τους εκπαίδευση, θα καθορίζει τις αρμοδιότητές τους στην πρωτοβάθμια φροντίδα όρασης και θα ορίζει τα όρια συνεργασίας με τους οφθαλμιάτρους.
Κατά τον ΠΣΟΟ, η σημερινή εκκρεμότητα δεν πλήττει μόνο τους επαγγελματίες του κλάδου. Στερεί και από τους πολίτες ολοκληρωμένες υπηρεσίες πρωτοβάθμιας φροντίδας όρασης, σε μια περίοδο όπου η πρόληψη, η έγκαιρη διάγνωση και η σωστή επιστημονική καθοδήγηση είναι κρίσιμες για τη δημόσια υγεία.
Το Κεντρικό Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου, μετά την εξέταση των επίμαχων εγκυκλίων σε έκτακτη συνεδρίαση στις 23 Ιουνίου 2026, αποφάσισε την έναρξη όλων των αναγκαίων νομικών, διοικητικών και θεσμικών ενεργειών. Στόχος, όπως αναφέρει, είναι η προάσπιση της νομιμότητας, της δημόσιας υγείας και της έννοιας της πραγματικής επιστημονικής ευθύνης.
Η αντιπαράθεση με το υπουργείο Υγείας ανοίγει πλέον ένα ευρύτερο μέτωπο για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται η όραση στην Ελλάδα. Το βασικό ερώτημα είναι αν η Πολιτεία θα προστατεύσει ένα ρυθμιζόμενο επάγγελμα και ένα αγαθό υγείας με σαφείς κανόνες ή αν θα επιτρέψει την εμπορευματοποίηση της οπτικής φροντίδας με όρους που, κατά τους οπτικούς – οπτομέτρες, θέτουν σε κίνδυνο τον πολίτη.
Πιο Δημοφιλή
ΕΛ.Α.Σ. εναντίον σιωπής: Το παιχνίδι ανοίγει
Σκάνδαλο με τη μεταφορά του Καζίνου Πάρνηθας στο Μαρούσι
Πιο Πρόσφατα
Απόπειρα ανθρωποκτονίας 8χρονου από ιδιοκτήτη