2 Σεπτεμβρίου 2026

ΚΕΦΙΜ: Εύθραυστη η δημοσιονομική πειθαρχία της Ελλάδας

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Το πρωτογενές πλεόνασμα έφτασε στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, η υψηλότερη επίδοση στην Ευρωζώνη.
  • Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, από 209% το 2020, παραμένοντας το υψηλότερο στην ΕΕ.
  • Η μελέτη του ΚΕΦΙΜ εντοπίζει τέσσερις κινδύνους για την περίοδο 2026-2028, όπως το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης και οι δημοσιονομικές πιέσεις.
  • Η κρατική συμμετοχή στη χρηματοδότηση των συντάξεων αναμένεται να φτάσει το 62% έως το 2029.
  • Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ προειδοποιεί ότι η περίοδος 2026-2028 θα αποτελέσει τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας.

Η δημοσιονομική πορεία της Ελλάδας τα τελευταία έτη παρουσιάζει σημαντική βελτίωση, ωστόσο η ανθεκτικότητα αυτής της προόδου τίθεται υπό αμφισβήτηση, καθώς εξαρτάται από μια σειρά προσωρινών και ιδιαίτερα ευνοϊκών συγκυριών. Η σταδιακή εξάλειψη αυτών των παραγόντων, όπως η υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, τα έσοδα από τον πληθωρισμό, η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και οι εξαιρετικά χαμηλές αποδόσεις των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου, αναμένεται να αποτελέσει την πραγματική δοκιμασία για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών μεγεθών της χώρας.

Αυτό το συμπέρασμα αναδεικνύεται σε νέα ανάλυση του ΚΕΦΙΜ, η οποία τιτλοφορείται "Η Εύθραυστη Δημοσιονομική Πειθαρχία στην Ελλάδα: Έχει επιτύχει η Ελλάδα μια διατηρήσιμη δημοσιονομική εξυγίανση, ή η ισορροπία εξαρτάται από προσωρινούς και εξαιρετικά ευνοϊκούς παράγοντες;". Την επιμέλεια της μελέτης έχει ο οικονομολόγος και συνεργάτης ερευνητής του ινστιτούτου, Ιάκωβος Μένης.

Η εντυπωσιακή μεταβολή των τελευταίων ετών

Η έρευνα τεκμηριώνει τη θεαματική αλλαγή της εικόνας της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με την περίοδο της οικονομικής κρίσης. Το πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτινάχθηκε στο 4,9% του ΑΕΠ για το έτος 2025, επίδοση που αποτελεί την υψηλότερη σε ολόκληρη την Ευρωζώνη. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος ακολούθησε πτωτική πορεία, υποχωρώντας από το ιστορικό ρεκόρ του 209% του ΑΕΠ το 2020 στο 146,1% το 2025. Παρόλα αυτά, η χώρα εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το ύψος του χρέους ως ποσοστό της οικονομικής της παραγωγής.

Η επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα αποτελεί ένα ακόμη κομβικό σημείο της προόδου. Το κόστος δανεισμού του ελληνικού δημοσίου αποτυπώνει με σαφήνεια την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των αγορών. Το περιθώριο απόδοσης του δεκαετούς ομολόγου έναντι του αντίστοιχου γερμανικού έχει συρρικνωθεί δραματικά, φτάνοντας στις 77 μονάδες βάσης το 2025, από περίπου 2.100 μονάδες βάσης που ήταν το 2012, στη δίνη της κρίσης χρέους.

Σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί και στον τραπεζικό τομέα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί ραγδαία, από το 49,1% το 2016 στο 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025, με αποτέλεσμα να προσεγγίζουν πλέον τον μέσο όρο της Τραπεζικής Ένωσης. Οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε τροχιά κερδοφορίας και το 2024 προχώρησαν σε διανομή μερισμάτων για πρώτη φορά από το 2008, γεγονός που σηματοδοτεί την εξομάλυνση της λειτουργίας τους.

Οι τέσσερις προκλήσεις της περιόδου 2026-2028

Ωστόσο, η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ εστιάζει στην επισφάλεια αυτής της εικόνας. Η αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ δεν οφείλεται μόνο στη δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά ενισχύθηκε καθοριστικά από την υψηλή ονομαστική ανάπτυξη, τον πληθωρισμό και τους εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους δανεισμού από τον EFSF και τον ESM. Καθώς αυτά τα προνομιακά δάνεια αποπληρώνονται και αντικαθίστανται από ομόλογα που εκδίδονται στις αγορές, η χώρα καθίσταται ολοένα και πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος και στις προσδοκίες των επενδυτών. Ενδεικτικό είναι το σενάριο που εξετάζει η μελέτη: εάν οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων επανέλθουν στα επίπεδα του 2008, ήτοι περίπου στο 4,5%, το πρόσθετο ετήσιο κόστος για την εξυπηρέτηση του χρέους θα μπορούσε να ανέλθει σταδιακά στο 0,8% έως 1% του ΑΕΠ.

Η μελέτη εντοπίζει τέσσερις κρίσιμες πιέσεις που συμπίπτουν χρονικά την τριετία 2026-2028 και θέτουν σε δοκιμασία τη δημοσιονομική σταθερότητα.

Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης

Η χρηματοδότηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας αναμένεται να ολοκληρωθεί τον Αύγουστο του 2026. Οι πόροι αυτοί εκτιμάται ότι συνέβαλαν κατά περίπου 1,5 ποσοστιαία μονάδα στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ότι μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, οι δημόσιες επενδύσεις θα μειωθούν κατά περίπου 2,5 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή είναι ιδιαίτερα ανησυχητική, καθώς οι ιδιωτικές επενδύσεις παραμένουν στάσιμες και βρίσκονται 24% χαμηλότερα σε σύγκριση με τα προ κρίσης επίπεδα.

Το νέο επεκτατικό δημοσιονομικό πακέτο

Το δημοσιονομικό πακέτο που έχει ανακοινωθεί για την περίοδο 2026-2027 εκτιμάται ότι θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό κατά 0,6% του ΑΕΠ το 2026 και 0,8% του ΑΕΠ το 2027. Ο βασικός κίνδυνος που επισημαίνεται είναι η δημιουργία μόνιμων δαπανών, όπως οι αυξήσεις σε συντάξεις και μισθούς, οι οποίες όμως χρηματοδοτούνται από έσοδα που συνδέονται με την τρέχουσα ευνοϊκή συγκυρία και δεν είναι εξασφαλισμένα για το μέλλον.

Οι δεσμοί κράτους και τραπεζικού συστήματος

Παρά την πρόοδο στον τραπεζικό κλάδο, οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Απαιτήσεις εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος της κεφαλαιακής βάσης των τραπεζών. Συγκεκριμένα, αντιστοιχούν στο 44,6% των εποπτικών κεφαλαίων CET1 των τεσσάρων συστημικών τραπεζών. Αυτό υποδηλώνει ότι ένα μεγάλο τμήμα της κεφαλαιακής τους επάρκειας δεν στηρίζεται στην οργανική κερδοφορία, αλλά σε ένα ειδικό φορολογικό καθεστώς, διατηρώντας έτσι μια έμμεση εξάρτηση από το κράτος.

Οι υψηλές συνταξιοδοτικές δαπάνες

Το συνταξιοδοτικό σύστημα αναδεικνύεται ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Η Ελλάδα δαπανά περίπου το 14% του ΑΕΠ για συντάξεις, ποσοστό που την κατατάσσει στην τέταρτη θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ένα πολύ μεγάλο μέρος αυτής της δαπάνης, περίπου το 43%, καλύπτεται απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από ασφαλιστικές εισφορές. Οι προβολές της μελέτης δείχνουν ότι η κρατική συμμετοχή θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και το 62% έως το 2029. Η δημογραφική γήρανση επιτείνει το πρόβλημα, καθώς ο δείκτης εξάρτησης του πληθυσμού προβλέπεται να αυξηθεί από 39 το 2022 σε 74,4 το 2050, πράγμα που σημαίνει ότι ολοένα και λιγότεροι εργαζόμενοι θα κληθούν να στηρίξουν έναν συνεχώς αυξανόμενο αριθμό συνταξιούχων.

Η ιστορική αναλογία και το ζητούμενο της εγχώριας πειθαρχίας

Η ανάλυση του ΚΕΦΙΜ κάνει έναν ιστορικό παραλληλισμό με την περίοδο 1996-2004. Τότε, η προοπτική ένταξης στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση λειτούργησε ως ένας ισχυρός εξωτερικός μηχανισμός που επέβαλε δημοσιονομική πειθαρχία. Αντίστοιχα, τα τελευταία χρόνια, η ενισχυμένη ευρωπαϊκή εποπτεία και ο στόχος της ανάκτησης της επενδυτικής βαθμίδας διαδραμάτισαν καταλυτικό ρόλο. Το κρίσιμο ερώτημα που τίθεται πλέον είναι εάν η δημοσιονομική σύνεση θα αποτελέσει μια μόνιμη και σταθερή εγχώρια επιλογή, απαλλαγμένη από την ανάγκη εξωτερικών πιέσεων.

Ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ, Νίκος Ρώμπαπας, σχολιάζοντας τα ευρήματα της μελέτης, τόνισε ότι η Ελλάδα έχει πετύχει μια αδιαμφισβήτητη δημοσιονομική μεταμόρφωση, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι αυτή η επιτυχία δεν πρέπει να οδηγήσει σε εφησυχασμό. Όπως ανέφερε, η περίοδος 2026-2028 θα αποτελέσει ένα ουσιαστικό τεστ για τη δημοσιονομική αξιοπιστία της χώρας, καθώς η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης, η αυξανόμενη εξάρτηση από τις αγορές, οι δεσμοί μεταξύ κράτους και τραπεζών και οι πιέσεις στο συνταξιοδοτικό σύστημα περιορίζουν τα περιθώρια για λανθασμένες επιλογές.

Ο κ. Ρώμπαπας κατέληξε επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο είναι η δημοσιονομική πειθαρχία να πάψει να εξαρτάται από εξωτερικούς παράγοντες και να εδραιωθεί ως μια σταθερή εγχώρια πολιτική δέσμευση. Η πρόοδος των τελευταίων ετών, η οποία επέτρεψε και την πρόωρη αποπληρωμή δανειακών υποχρεώσεων, θα πρέπει να διαφυλαχθεί μέσω της συγκράτησης των δαπανών, της συνέχισης των μεταρρυθμίσεων, της προσέλκυσης παραγωγικών ιδιωτικών επενδύσεων και της εφαρμογής πολιτικών που ενισχύουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η δημοσιονομική επιτυχία θα μπορέσει να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.