Από το 1875 ισχύει στη χώρα μας η αρχή της δεδηλωμένης, η οποία θεμελιώθηκε με το ιστορικό άρθρο «Τις πταίει» του Χαρίλαος Τρικούπης και κατοχυρώθηκε αργότερα συνταγματικά με την αναθεώρηση του 1911, ενώ σήμερα αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 84 παρ. 3 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο «Η Κυβέρνηση οφείλει να έχει την εμπιστοσύνη της Βουλής».
Όταν μια κυβέρνηση χάσει την εμπιστοσύνη της Βουλής, είτε με την αποδοχή πρότασης δυσπιστίας είτε με την αποχώρηση βουλευτών από το κυβερνών κόμμα, τότε, κατά την καθιερωμένη πολιτική ορολογία, η κυβέρνηση πέφτει. Το ερώτημα που ανακύπτει αφορά το εάν η ίδια θεσμική λογική ισχύει και για τους συνδικαλιστές ή για τα σωματεία του Αστικού Κώδικα και, τελικώς, υπό ποιες προϋποθέσεις και με ποιες διαδικασίες παύονται οι ηγεσίες τους.
Το πόρισμα της Αρχής για το ξέπλυμα βρώμικου χρήματος σχετικά με την επιλήψιμη διαχείριση κονδυλίων, προερχόμενων κυρίως από εθνικούς αλλά και κοινοτικούς πόρους, από το ινστιτούτο κατάρτισης της ΓΣΕΕ, με εμπλοκή του προέδρου της Γιάννης Παναγόπουλος, στον τραπεζικό λογαριασμό του οποίου εντοπίστηκε ιδιαίτερα υψηλό ποσό, προκάλεσε νέο πολιτικό σάλο λόγω της κομματικής του ταυτότητας και της στήριξης που λάμβανε από το ΠΑΣΟΚ.
Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ προχώρησε στη διαγραφή του Παναγόπουλου από το κόμμα και ζήτησε την παραίτησή του από την προεδρία της ΓΣΕΕ, αίτημα που απορρίφθηκε, με τον ίδιο να αντιτείνει ότι το ΠΑΣΟΚ καταγράφει στις δημοσκοπήσεις ποσοστό προτίμησης ψήφου περί το 12%, ενώ ο ίδιος διαθέτει τη στήριξη του 90% των συνδικαλιστών. Η άρνηση παραίτησης οδήγησε σε εσωτερική σύγκρουση στη συνδικαλιστική παράταξη του ΠΑΣΟΚ κατά τις εκλογικές διαδικασίες για το ΕΚΑ Αθηνών και για την ανάδειξη συνέδρων ενόψει του προσεχούς συνεδρίου της ΓΣΕΕ, με τις αντεγκλήσεις να συνεχίζονται και την ΠΑΣΚΕ να εξαπολύει ευθεία επίθεση κατά του ΠΑΣΟΚ.
Αποτελεί διαχρονικό δεδομένο ότι οι παρατάξεις που δραστηριοποιούνται στις συνδικαλιστικές οργανώσεις εργαζομένων και δημοσίων υπαλλήλων διατηρούν σαφή κομματικό προσανατολισμό και πολιτική αναφορά σε κοινοβουλευτικά κόμματα, στοιχείο που αποτυπώνεται στις εσωτερικές εκλογικές διαδικασίες τους, οι οποίες λειτουργούν συχνά ως πρόδρομες ενδείξεις της πολιτικής επιρροής των κομμάτων στον κοινωνικό χώρο. Πολλά προβεβλημένα συνδικαλιστικά στελέχη ακολούθησαν στη συνέχεια κοινοβουλευτική διαδρομή ως βουλευτές των κομμάτων από τα οποία προέρχονταν, επιβεβαιώνοντας τη διαρκή διασύνδεση συνδικαλισμού και κομματικού συστήματος.
Η θεσμική ρύθμιση των συνδικαλιστικών οργανώσεων αποτυπώνεται στον ν. 1264/1982, ο οποίος κατοχυρώνει τα συνδικαλιστικά δικαιώματα των εργαζομένων και ρυθμίζει την ίδρυση, οργάνωση, λειτουργία και δράση τους. Οι οργανώσεις διακρίνονται σε πρωτοβάθμιες, δευτεροβάθμιες όπως τα Εργατικά Κέντρα και τριτοβάθμιες, με κορυφαίο όργανο τη ΓΣΕΕ, ενώ το συνταγματικό πλαίσιο ενισχύεται από τα άρθρα 12, 22, 23 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος.
Οι διοικήσεις εκλέγονται με διαδικασίες που προβλέπει ο νόμος και τελούν υπό δικαστικό έλεγχο, ενώ η συνδικαλιστική ιδιότητα προστατεύεται από ειδικές διατάξεις. Η απώλειά της επέρχεται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζονται από το καταστατικό της οργάνωσης και κατόπιν εσωτερικών διαδικασιών που τηρούν το νομοθετικό πλαίσιο.
Με τον ν. 4619/2019, τον νέο Ποινικό Κώδικα, καταργήθηκε η παρεπόμενη ποινή της στέρησης πολιτικών δικαιωμάτων που επιβαλλόταν σε περιπτώσεις αμετάκλητης καταδίκης για ατιμωτικά αδικήματα. Η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι ακόμη και βαριά ποινική καταδίκη συνδικαλιστικού στελέχους δεν συνεπάγεται αυτοδίκαιη απώλεια της συνδικαλιστικής ιδιότητας. Σε αρκετές περιπτώσεις η κοινωνική πίεση οδηγεί σε παραίτηση, η οποία όμως δεν αποκλείει τη συνέχιση άσκησης επιρροής στο παρασκήνιο, εφόσον η επόμενη διοίκηση προέρχεται από τον ίδιο μηχανισμό και διατηρεί δεσμούς εξάρτησης με την προηγούμενη ηγεσία.
Η απονομή της ποινικής δικαιοσύνης με τους σημερινούς ρυθμούς καθιστά εξαιρετικά μακρά τη διαδρομή από την αποκάλυψη ενός οικονομικού σκανδάλου έως την αμετάκλητη καταδίκη, χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάσει τα δεκαπέντε ή και είκοσι έτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις, μέσω διαδοχικών αναβολών και σύνθετων υπερασπιστικών τακτικών, επέρχεται παραγραφή των αδικημάτων κατά τη διάρκεια της δίκης.
Υπό την επίκληση του τεκμηρίου αθωότητας, πρόσωπα που κυριαρχούν επί δεκαετίες στον εργατικό συνδικαλισμό παραμένουν στις ηγετικές θέσεις όλων των βαθμίδων, έχοντας διαμορφώσει δίκτυα επιρροής και ελέγχου των κρίσιμων δομών, με αποτέλεσμα τη διαρκή ανανέωση της θητείας τους και την απουσία ουσιαστικής εναλλαγής στην ηγεσία.
Με τη στήριξη του εκλογικού τους σώματος και την οργανωτική τους εδραίωση, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες διατηρούν την κυριαρχία τους ακόμη και όταν προκύπτουν πολιτικές τριβές με τα κόμματα που τις στήριξαν, με εξαίρεση τις περιπτώσεις στελεχών που προέρχονται από το ΚΚΕ. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή φθορά των συνδικαλιστικών θεσμών και η απομάκρυνσή τους από τον ουσιαστικό τους ρόλο εκπροσώπησης των εργαζομένων.
Πιο Δημοφιλή
Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχουμε γροθιές, κλωτσιές!..
«Φωνή που δεν σιωπά: Μας αφαιρούν το βήμα, αλλά όχι το δίκιο και τη φωνή μας !»
Το κόμμα των καθαρμάτων και η εξέγερση των «άπλυτων»
Πιο Πρόσφατα
Εφιάλτης μέσω dating: Άνδρας με HIV επιχείρησε να μολύνει γυναίκα