Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ

ΕΥΦΡΑΣΙΟΣ

ΜΑΤΘΙΛΝΤΗ

Το κράτος των «ημετέρων» και οι χρυσές αναθέσεις που βαφτίζονται «εμπειρία»

Στη χθεσινή ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχείρησε να υπερασπιστεί τις δύο εταιρίες που ανέλαβαν τη διοργάνωση του συνεδρίου-παρωδία για τα fake news, λέγοντας πως η μία διαθέτει τεράστια εμπειρία στη διοργάνωση συνεδρίων και πως η άλλη έχει στο ενεργητικό της πάρα πολλές εκδηλώσεις. Έσπευσε ακόμη να προσθέσει ότι επιλέγονται άνθρωποι με εμπειρία και πως με αυτούς τους ανθρώπους είναι μαζί στη Νέα Δημοκρατία από μικροί, συμπληρώνοντας ότι δεν είναι κακό να συνεργάζεται κάποιος με τη Νέα Δημοκρατία. Το πρόβλημα αρχίζει ακριβώς τη στιγμή που οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι δεν περιορίζονται στη συνεργασία με το κόμμα, που και αυτό συνδέεται με δημόσιο χρήμα, αλλά απλώνουν τα δίχτυά τους βαθιά μέσα στα υπουργεία, στους φορείς και στα ταμεία του Δημοσίου.

Χωρίς περιστροφές, αξίζει να σταθεί κανείς στη μία από τις δύο περιπτώσεις. Πρόκειται για τον επιχειρηματία Γιώργο Μπότση, πρόσωπο που έχει συνδεθεί μέσα από δημοσιεύματα με το περιβάλλον του πρωθυπουργού ήδη από την περίοδο που οργάνωσε τη γνωστή φιέστα του 2020 στη Σαντορίνη για την επανεκκίνηση του τουρισμού εν μέσω πανδημίας.

Ο Γιώργος Μπότσης διατηρούσε από το 2007 έως το 2023 την εταιρία «ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ & ΣΙΑ Ε.Ε.» με τον διακριτικό τίτλο «OVAL ADVERTISING», για να τη διαγράψει στη συνέχεια και να προχωρήσει στη δημιουργία της «OVAL Ε.Ε.». Η εικόνα παραμένει ουσιαστικά η ίδια, με αλλαγή σχήματος και όχι ουσίας.

Το όνομά του έχει ήδη εμφανιστεί και στην έρευνα για τη UNICEF, εκεί όπου εξακολουθούν να αναζητούνται απαντήσεις για τα 70 εκατομμύρια ευρώ που έλαβε η οργάνωση από το υπουργείο Υγείας και ειδικότερα επί θητείας της αναπληρώτριας υπουργού Ειρήνης Αγαπηδάκη.

Πριν από το 2019, ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας είχε παρουσία στο Δημόσιο σχεδόν αμελητέα. Από το 2010 και έπειτα, οι συμβάσεις που είχε συνάψει ήταν ελάχιστες και στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούσαν μικροποσά, της τάξης των 50 έως 150 ευρώ, συνήθως για εκτυπώσεις επαγγελματικών καρτών. Γι’ αυτό και γεννάται εύλογα το ερώτημα από πού ακριβώς προέκυψε η τεράστια εμπειρία στην οποία αναφέρθηκε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.

Και ξαφνικά, από το 2019 και μετά, το σύνολο σχεδόν του Δημοσίου μοιάζει να τον ανακαλύπτει μονομιάς, σαν να εξαφανίστηκαν από την αγορά όλες οι άλλες εταιρίες του κλάδου.

Από εκείνη τη χρονιά και έπειτα, ο Γιώργος Μπότσης αναδεικνύεται σχεδόν σε μόνιμο αποδέκτη συμβάσεων για διοργάνωση εκδηλώσεων. Η έρευνα εντόπισε 202 συμβάσεις συνολικού ύψους 5.333.879,46 ευρώ, με τουλάχιστον το 80% αυτών να έχει προκύψει μέσω απευθείας αναθέσεων. Το ποσό είναι εξαιρετικά υψηλό σε σχέση με το αντικείμενο των υπηρεσιών που προσφέρονται και κανείς δεν μπορεί να βεβαιώσει ότι έχει εντοπιστεί το σύνολο των αναθέσεων. Τα ίδια τα νούμερα αρκούν για να περιγράψουν πόσα χρήματα μπορούν να αντλήσουν από το Δημόσιο οι παρέες που η κυβέρνηση παρουσιάζει ως απλούς συνεργάτες με εμπειρία. Και μαζί γεννούν ένα ακόμη ερώτημα, αν όλες αυτές οι συμβάσεις θα είχαν το ίδιο κόστος σε συνθήκες πραγματικού ανταγωνισμού και αν θα ήταν χαμηλότερες εφόσον ανατίθεντο αλλού.

Οι συμβάσεις που έχουν εντοπιστεί απλώνονται σχεδόν σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό. Στη ΔΥΠΑ καταγράφονται 80 συμβάσεις από το 2021 έως το 2026, συνολικού ύψους 3.126.090 ευρώ. Στο ΟΑΚΑ έχουν εντοπιστεί 19 συμβάσεις από το 2021 έως το 2025, συνολικού ύψους 316.515 ευρώ. Στο υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων τρεις συμβάσεις από το 2022 έως το 2023, ύψους 43.829,60 ευρώ. Στο Ίδρυμα Νεολαίας και Διά Βίου Μάθησης τέσσερις συμβάσεις από το 2019 έως το 2021, ύψους 42.642,91 ευρώ. Στο υπουργείο Οικονομικών πέντε συμβάσεις από το 2021 έως το 2023, συνολικού ύψους 148.500 ευρώ. Στην Προεδρία της Κυβέρνησης πέντε συμβάσεις μέσα στο 2020, συνολικού ύψους 21.800 ευρώ, χωρίς να υπολογίζεται η ανάθεση για το συνέδριο που υπερασπίστηκε ο Παύλος Μαρινάκης. Στο υπουργείο Προστασίας του Πολίτη τέσσερις συμβάσεις το 2022, ύψους 48.500 ευρώ. Στο υπουργείο Ανάπτυξης τέσσερις από το 2023 έως το 2026, ύψους 55.668 ευρώ. Στην Ελληνική Εταιρεία Επενδύσεων και Εξωτερικού Εμπορίου τρεις συμβάσεις το 2022, ύψους 44.850 ευρώ. Στο Οικονομικό Επιμελητήριο δύο συμβάσεις το 2024 και το 2025, συνολικού ύψους 57.500 ευρώ.

Η εικόνα συνεχίζεται με τον ίδιο ρυθμό. Στην Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε. εντοπίζονται τρεις συμβάσεις από το 2022 έως το 2024, ύψους 67.050 ευρώ. Στο υπουργείο Υγείας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων μία σύμβαση το 2023, ύψους 12.500 ευρώ. Στον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων τέσσερις συμβάσεις το 2025, συνολικού ύψους 78.813 ευρώ. Στον ΟΚΑΝΑ δεκαοκτώ συμβάσεις από το 2022 έως το 2024, ύψους 294.582,18 ευρώ. Στην Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας μία σύμβαση το 2022, ύψους 28.000 ευρώ. Στον ΕΟΔΥ μία σύμβαση το 2020, ύψους 11.250 ευρώ. Στο ΕΚΑΒ δύο συμβάσεις το 2022, ύψους 28.750 ευρώ. Στην ΗΔΙΚΑ δύο συμβάσεις το 2024 και το 2025, συνολικού ύψους 59.300 ευρώ. Στο υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού δύο συμβάσεις το 2021 και το 2023, ύψους 28.000 ευρώ. Στην Οργανωτική Επιτροπή Διοργανώσεων Μηχανοκίνητου Αθλητισμού τρεις συμβάσεις από το 2024 έως το 2025, ύψους 77.950 ευρώ.

Ακολουθούν ακόμη περισσότερες καταγραφές. Στο υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων δύο συμβάσεις το 2022 και το 2025, ύψους 22.270 ευρώ. Στο Ελληνικό Κτηματολόγιο δύο συμβάσεις το 2021 και το 2024, ύψους 44.800 ευρώ. Στην Επιτελική Δομή ΕΣΠΑ του τομέα Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνιών δύο συμβάσεις το 2020 και το 2021, ύψους 31.300 ευρώ. Στο Εθνικό Κέντρο Δημόσιας Διοίκησης και Αυτοδιοίκησης δύο συμβάσεις το 2021 και το 2022, ύψους 12.500 ευρώ. Στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου μία σύμβαση το 2022, ύψους 30.000 ευρώ. Στην Περιφέρεια Αττικής πέντε συμβάσεις από το 2021 έως το 2025, ύψους 127.877 ευρώ. Στο υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας μία σύμβαση το 2022, ύψους 29.900 ευρώ. Στο Ελληνικό Ίδρυμα Πολιτισμού μία σύμβαση το 2021, ύψους 27.350 ευρώ. Στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων μία σύμβαση το 2021, ύψους 29.800 ευρώ. Στην Ανάπλαση Δημοσίων Χώρων μία σύμβαση το 2021, ύψους 10.000 ευρώ.

Και η λίστα εξακολουθεί να μεγαλώνει. Στον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας μία σύμβαση το 2021, ύψους 16.000 ευρώ. Στον ΕΟΠΠΕΠ δύο συμβάσεις το 2020 και το 2021, ύψους 25.485 ευρώ. Στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου μία σύμβαση το 2021, ύψους 19.800 ευρώ. Στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών μία σύμβαση το 2021, ύψους 13.000 ευρώ. Στην Ελληνική Αρχή Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών μία σύμβαση το 2020, ύψους 9.630 ευρώ. Στο υπουργείο Εσωτερικών μία σύμβαση το 2020, ύψους 7.200 ευρώ. Στην Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας μία σύμβαση το 2020, ύψους 7.000 ευρώ. Στην Ελληνικό Μετρό μία σύμβαση το 2020, ύψους 4.800 ευρώ. Στη ΜΟΔ μία σύμβαση το 2020, ύψους 12.096,77 ευρώ. Στην 4η ΔΥΠΕ Μακεδονίας και Θράκης μία σύμβαση το 2019, ύψους 19.900 ευρώ. Στο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Αθηνών μία σύμβαση το 2025, ύψους 29.500 ευρώ.

Στη ΣΤΑ.ΣΥ. μία σύμβαση το 2025, ύψους 30.000 ευρώ. Στο υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης μία σύμβαση το 2024, ύψους 26.000 ευρώ. Στο ΝΑΤ μία σύμβαση το 2024, ύψους 25.000 ευρώ. Στον Ειδικό Περιφερειακό Διαβαθμιδικό Φορέα Διαχείρισης Στερεών Αποβλήτων Νοτίου Αιγαίου μία σύμβαση το 2024, ύψους 24.000 ευρώ. Στην Ελληνική Διαχειριστική Εταιρία Υδρογονανθράκων μία σύμβαση το 2024, ύψους 30.000 ευρώ. Στον Ελληνικό Οργανισμό Ανακύκλωσης μία σύμβαση το 2024, ύψους 30.000 ευρώ. Στις Κτιριακές Υποδομές μία σύμβαση το 2024, ύψους 12.000 ευρώ. Στον ΕΟΤ δύο συμβάσεις το 2020 και το 2022, ύψους 34.580 ευρώ.

Το μοτίβο είναι πια απολύτως ορατό. Ένας επιχειρηματίας με σχεδόν ανύπαρκτη προϊστορία σε κρατικές δουλειές πριν από το 2019 μετατρέπεται ξαφνικά σε σχεδόν καθολικό προμηθευτή του Δημοσίου για διοργανώσεις, εκδηλώσεις και συναφείς υπηρεσίες. Και την ώρα που η κυβέρνηση επικαλείται εμπειρία, οι αριθμοί αποτυπώνουν κάτι πολύ πιο συγκεκριμένο: έναν μηχανισμό συνεχών αναθέσεων, μια αδιάκοπη ροή δημόσιου χρήματος και ένα πυκνό πλέγμα σχέσεων που εκτείνεται από την Προεδρία της Κυβέρνησης μέχρι υπουργεία, οργανισμούς, περιφέρειες, φορείς και κρατικές εταιρίες.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Όχι στην αθώα παραδοχή ότι κάποιοι γνωρίζονται από τα παλιά στη Νέα Δημοκρατία, ούτε στη δήθεν φυσιολογική συνεργασία με κομματικά στελέχη, αλλά στο πώς αυτή η κομματική εγγύτητα μοιάζει να μεταφράζεται σε σταθερή πρόσβαση στα δημόσια ταμεία. Και όταν αυτό συμβαίνει κατ’ εξακολούθηση, με τέτοια έκταση, σε τέτοιο βάθος και με τέτοια συχνότητα, τότε η λέξη εμπειρία αρχίζει να ακούγεται λιγότερο ως επαγγελματικό προσόν και περισσότερο ως κυβερνητικό άλλοθι για μια βιομηχανία αναθέσεων.