Το παιδί-θαύμα της αρπαχτής: Πώς να γίνετε πρωθυπουργός χωρίς να ιδρώσετε
Σε μια φανταστική χώρα όπου οι μίζες πέφτουν σαν χαλάζι, όπου η νοοτροπία του ΟΦΑ, του «όπου φυσάει ο άνεμος», έχει μετατραπεί σε πολιτική πυξίδα και κοινωνικό αντανακλαστικό, η ραγδαία άνοδος του Χαμερπή Μακρυχέρη στην πρωθυπουργία δεν αιφνιδίασε κανέναν, με εξαίρεση όσους επέμεναν να πιστεύουν πως κάποια πράγματα, ακόμη και όταν συμβαίνουν, δεν θα συμβούν ποτέ τόσο φανερά. Ο Μακρυχέρης εμφανίστηκε σαν φυσικό επακόλουθο, σαν προϊόν μιας πολιτείας που έμαθε να αυτοσυγχωρείται και μιας κοινωνίας που έμαθε να αναγνωρίζει την αρπαγή ως ικανότητα, την αναίδεια ως προσόν, την κυνική ευελιξία ως σοφία. Σ’ αυτό το περιβάλλον, ο δρόμος προς την κορυφή δεν χτιζόταν με αρετές, χτιζόταν με διασυνδέσεις, με εκδουλεύσεις, με διευθετήσεις, με καλοχρονισμένες σιωπές, με τη σωστή πόζα μπροστά στην κάμερα, με την κατάλληλη πρόταση την κατάλληλη στιγμή, με το κατάλληλο «θα δούμε» που λειτουργεί σαν παυσίπονο σε μια κοινωνία που δεν αντέχει την αλήθεια της.
Ο Μακρυχέρης, όπως λέγεται με μια σχεδόν βιολογική βεβαιότητα, γεννήθηκε κλέφτης, όπως άλλοι γεννιούνται Χριστιανοί. Δεν χρειάστηκε να τον μάθει κανείς, δεν χρειάστηκε να τον πείσει κανείς, δεν χρειάστηκε να βρει δικαιολογίες. Η κλοπή ήταν το πρώτο του λεξιλόγιο, η απάτη το πρώτο του παιχνίδι, η αρπαγή το πρώτο του ένστικτο. Οι γονείς του υπήρξαν θρύλοι του υποκόσμου, όχι εκείνου που κλέβει για να ζήσει, εκείνου που κλέβει για να επιβεβαιώσει την κοσμοθεωρία του. Η ανάγκη δεν ήταν το κίνητρό τους, η πεποίθηση ήταν. «Η κλοπή είναι τέχνη», έλεγαν, με εκείνο το μείγμα περηφάνιας και φιλοσοφίας που έχουν οι άνθρωποι όταν βαφτίζουν την προσωπική τους επιλογή «κανονικότητα». Κατά την άποψη του πατέρα του, ο πλούτος όφειλε να αναδιανέμεται, με προτίμηση προς τον ίδιο, με τρόπο που να φαίνεται σχεδόν ως κοινωνικό αίτημα, ως ηθική αποκατάσταση, ως δικαίωση της ευφυΐας έναντι της αφέλειας.
Το παιδί μεγάλωσε μέσα σ’ αυτή τη σχολή. Πριν μάθει να διαβάζει, άνοιγε κλειδαριές. Πριν μάθει να γράφει, έγραφε πάνω στους ανθρώπους, πάνω στις αδυναμίες τους, πάνω στις συνήθειές τους, πάνω στις προσδοκίες τους, πάνω στον φόβο τους. Κορόιδευε γέροντες και τους έπαιρνε ό,τι είχαν πάνω τους, με τους γονείς του περήφανους για το ιδιαίτερο ταλέντο του μονάκριβού τους, σαν να παρακολουθούσαν ένα παιδί-θαύμα που έπαιρνε βραβεία σε διαγωνισμούς, σαν να έβλεπαν το μέλλον να ανοίγει μπροστά του με την άνεση της βεβαιότητας. Ήταν καλός σε αυτό. Ήταν καλύτερος από τους δασκάλους του. Δεν είχε τη χοντροκοπιά του δρόμου, είχε την ακρίβεια του ενστίκτου. Δεν είχε τον πανικό της αρπαγής, είχε την υπομονή της διαχείρισης. Δεν έβλεπε απλώς το πορτοφόλι, έβλεπε τον άνθρωπο, το κουμπί του, την αδυναμία του, την ευκολία με την οποία θα πειστεί ότι «δεν τρέχει τίποτα».
Κάπου εκεί όμως εμφανίστηκε το στοιχείο που οι γονείς του δεν διέθεταν. Η φιλοδοξία. Εκείνοι ήταν ικανοποιημένοι με το ρίσκο της νύχτας και το κέρδος της στιγμής, με τις μικρές νίκες του υποκόσμου, με τη μόνιμη αγωνία της σύλληψης, με την αδρεναλίνη του κυνηγητού. Ο Μακρυχέρης, ως έφηβος, άρχισε να αναρωτιέται γιατί να ρισκάρουν όλα αυτά για ψίχουλα, όταν άλλοι, πιο επιτήδειοι, έκλεβαν μέρα μεσημέρι ως πολιτικοί, με την αστυνομία να τους συνοδεύει, να τους προστατεύει, να τους ανοίγει δρόμο, με τον λαό να τους χειροκροτεί, να τους συγχωρεί, να τους αποθεώνει. Παρατηρούσε ανθρώπους που δήλωναν υπηρέτες του λαού, μισθωτοί, με δημόσιο βίο, με δημόσιο λόγο, με δήθεν δημόσια αγωνία, και όμως ζούσαν σε πολυτελείς βίλες, έστελναν τα παιδιά τους σε ιδιωτικά σχολεία, σε πανάκριβα πανεπιστήμια της Αμερικής, με μια ευκολία που δεν συνάδει με μισθούς, με μια άνεση που δεν εξηγείται από την εργασία, με μια καθημερινότητα που δεν χωράει σε δηλώσεις πόθεν έσχες και σε φορολογικές δηλώσεις.
Εκεί συνειδητοποίησε το πώς δουλεύει η οικονομία σε ένα σαθρό καθεστώς παρασιτικού καπιταλισμού με την επίφαση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αρκεί να είσαι πολιτικός. Αρκεί να είσαι κοντά σε πολιτικό. Αρκεί να είσαι ο άνθρωπος που θα στήνει τις γέφυρες, που θα συνδέει τους ισχυρούς με τους πρόθυμους, που θα μετατρέπει τη δημόσια ανάγκη σε ιδιωτικό τιμολόγιο. Έβλεπε αναθέσεις έργων σε κολλητούς υπουργών, έργα που ποτέ δεν ολοκληρώνονταν, κι όμως κόστιζαν είκοσι φορές περισσότερο απ’ ό,τι θα κόστιζαν ακόμη και αν κατασκευάζονταν στην άλλη άκρη του κόσμου, με διαδικασίες που έμοιαζαν με θεατρική παράσταση όπου όλοι ξέρουν το τέλος και παριστάνουν ότι το ανακαλύπτουν. Έβλεπε τη διαχείριση της ατιμωρησίας σαν τεχνολογία, σαν μέθοδο, σαν επιστήμη, σαν διοίκηση.
Στα δεκαοκτώ του, περίπου, τον χτύπησε η μεγάλη αλήθεια, αυτή που θα τον σημάδευε για πάντα. Κατάλαβε πως στη χώρα που αποκαλούσε, με μίσος και θαυμασμό μαζί, Σομαλία του Βορρά, οι πραγματικοί κλέφτες δεν φορούν κουκούλες και μάσκες. Φορούν ακριβά κοστούμια, σινιέ γραβάτες, χαμόγελα χορηγών, ύφος ατσαλάκωτου σωτήρα. Οι πραγματικοί κλέφτες μιλούν για εντιμότητα, για πρόοδο, για μεταρρύθμιση, για εκσυγχρονισμό, για εθνικό συμφέρον, για κοινωνική δικαιοσύνη, και η κλοπή τους είναι γραμμένη σε νόμους, σε αποφάσεις, σε διακηρύξεις, σε υπουργικές υπογραφές, σε διαδικασίες που μοιάζουν θεσμικές, και ακριβώς γι’ αυτό είναι σχεδόν αόρατες.
Αποφάσισε να σοβαρευτεί, όπως το εννοούσε ο ίδιος. Γράφτηκε σε κόμμα της «αριστερής» αντιπολίτευσης για να ζυμωθεί, για να μάθει το σύστημα από μέσα, για να αποκτήσει κονέ και τεχνογνωσία, με ειδικό στόχο το πώς μπαίνει κανείς στο πανεπιστήμιο και παίρνει πτυχίο χωρίς να πατάει σε αυτό. Καλύτερα αφισοκολλητής, έλεγε, παρά να διαβάζω από το πρωί μέχρι το βράδυ. Η επιλογή δεν ήταν ιδεολογική, ήταν επαγγελματική. Το κόμμα ήταν σχολείο, ο μηχανισμός του ήταν φροντιστήριο, η κομματική ζωή ήταν εργαστήριο πρακτικών. Και τα κατάφερε. Πέντε χρόνια μετά, χωρίς να ανοίξει βιβλίο, μέσα από τις γνωριμίες και τις ζυμώσεις, έγινε εξπέρ στην πολιτική καπατσοσύνη, έμαθε λίγη δημόσια διοίκηση σε επίπεδο χρήσιμο για τους σκοπούς του, πήρε και πτυχίο με το κατάλληλο σπρώξιμο, με την κατάλληλη κάλυψη, με τη σωστή σιωπή.
Τότε κατάλαβε πως η διαφθορά δεν χρειάζεται νύχτα. Δεν χρειάζεται σκιές. Δεν χρειάζεται κρυφά. Χρειάζεται συμμαχίες, γνωριμίες, προσβάσεις. Χρειάζεται πολιτικές σχέσεις που δουλεύουν σαν αλυσίδα παραγωγής, σαν δίκτυο διανομής, σαν σύστημα ανταλλαγής όπου κάθε εξυπηρέτηση γεννά μια άλλη, κάθε χάρη επιστρέφει ως υποχρέωση, κάθε σιωπή μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Μόλις πήρε το πτυχίο του, ξεγράφτηκε από το κόμμα, έκοψε τους δεσμούς σαν να έβγαζε μια παλιά στολή εργασίας, κι άρχισε τις δημόσιες σχέσεις με υπουργούς, βουλευτές, πολιτευτές, με όποιον είχε έστω αμυδρή σχέση με την εξουσία. Πλησίασε και δημοσιογράφους, πουλώντας εκδουλεύσεις, κάνοντας χάρες, στήνοντας μικρές διευκολύνσεις, ανοίγοντας πόρτες που για τους άλλους έμεναν κλειστές. Μια χάρη εδώ, ένα ρουσφέτι εκεί, μια διακριτική μίζα λίγο παραπέρα, ένα χαρτί που προωθείται, ένας φάκελος που χάνεται, μια υπόθεση που καθυστερεί, μια ερώτηση που δεν γίνεται.
Με τον καιρό έγινε όχι μόνο καλός, έγινε απαραίτητος. Στα τριάντα κάτι του είχε κτίσει ένα δαιδαλώδες δίκτυο εξυπηρετήσεων, ένα σύστημα προσωπικών δεσμών που λειτουργούσε σαν ιδιωτικό υπουργείο, σαν παρακράτος ευγένειας, σαν λέσχη όπου οι ισχυροί τον αποκαλούσαν φίλο τους και τον καλούσαν στο σπίτι τους για ένα ποτάκι, για μια κουβέντα, για μια «συμβουλή». Ο Μακρυχέρης δήλωνε σύμβουλος, και ήταν. Σύμβουλος στο πώς διασώζονται οι αμοραλισμοί, στο πώς τα σκάνδαλα μετατρέπονται σε ψίθυρο, στο πώς μια χώρα μαθαίνει να κοιτάζει αλλού.
Η είσοδός του στην πολιτική ήρθε ως φυσική συνέπεια. Αυτοπαρουσιαζόταν ως μεταρρυθμιστής. Έβγαζε πύρινους λόγους ελεγχόμενης οργής, καταδίκαζε τη διαφθορά που υπηρετούσε με ζήλο, μιλούσε για διαφάνεια ενώ ήταν μπλεγμένος σε παράνομα επιδόματα, σε μαϊμού δάνεια, σε μεθοδεύσεις, σε χαμένες υπογραφές, σε κλειστά στόματα. Υπόσχονταν λογοδοσία ενώ έκρυβε στοιχεία, ενώ εκβίαζε τους πάντες, ενώ κρατούσε σημειώσεις σαν λογιστής μιας αόρατης εταιρείας όπου οι μετοχές ήταν άνθρωποι. Το κοινό του, ο λαός, τον λάτρευε. Έβλεπε στο πρόσωπό του έναν Αρχάγγελο της κάθαρσης, έναν άνθρωπο που θα καθάριζε την κόπρο της πολιτικής σκηνής, έναν νέο αυτοδημιούργητο, άφθαρτο, έντιμο ηγέτη, κάποιον που θα έφερνε την αλλαγή όχι ως σύνθημα, ως πραγματικότητα. Και τον βρήκε στο πρόσωπο του Μακρυχέρη, με τρόπο σχεδόν μυθιστορηματικό, με τρόπο που μόνο οι κοινωνίες της κόπωσης μπορούν να επιτρέψουν.
Οι γονείς του, τώρα ακόμη πιο περήφανοι, παρακολουθούσαν το παιδί τους να κλέβει και να χειροκροτείται. «Κλέβεις και σε χειροκροτούν», του έλεγε η μάνα του με θαυμασμό, κι ο πατέρας του δάκρυζε όταν τον έβλεπε στην τηλεόραση να ξεδιπλώνει το όραμά του για πολιτική εντιμότητα παντού. «Αυτός είναι ο μονάκριβός μου», μονολογούσε. Ο Μακρυχέρης, με όλη αυτή την τεχνογνωσία, ήξερε πια πως η πολιτική αφοσίωση εξαγοράζεται, νοικιάζεται, ανταλλάσσεται, και εξελέγη παμψηφεί. Η νίκη του δεν στηρίχθηκε μόνο στη λατρεία, στηρίχθηκε και σε χάρες, σε χρωστούμενα από δημόσιους λειτουργούς, σε εφοριακούς, αστυνομικούς, δικαστικούς, σε ένα πλέγμα που φρόντισε να έχει πάντα στο τσεπάκι του, σε κάτι ξαφνικούς ελέγχους, σε κάτι κατηγορίες που απαγγέλθηκαν σε πολιτικούς αντιπάλους και δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ, σε θορύβους που έμειναν θόρυβοι, σε σκιές που δεν έγιναν ποτέ κατηγορητήρια. Εκείνος έλεγε μέσα του πως η διαφορά ανάμεσα σε έναν πολιτικό και έναν διαρρήκτη είναι θέμα κλίμακας.
Σε λίγα χρόνια, στα πενήντα του, έγινε και πρωθυπουργός, με μεγάλο ποσοστό, τσακίζοντας τους αντιπάλους του, σχεδόν απορώντας με το πόσο εύκολα θα μπορούσε να ξεζουμίσει μια χώρα χωρίς την παραμικρή αντίσταση. Οι κάμερες τον κυνηγούσαν, οι δημοσιογράφοι τον έγλειφαν χάρη σε δωράκια και λίστες, ο λαός τον λάτρευε, και εκείνος ένιωθε ότι οι ουρανοί είναι δικοί του, τώρα που κρατούσε στα χέρια του έναν εθνικό προϋπολογισμό, τώρα που είχε το κλειδί του μεγαλύτερου χρηματοκιβωτίου. Υπό την πρωθυπουργία του, η διαφθορά συστηματοποιήθηκε. Τα μεγάλα έργα, οι απευθείας αναθέσεις, όλα όσα αποδίδουν μίζα, διανέμονταν στρατηγικά, οι γλείφτες ανταμείβονταν, οι σύμμαχοι χτίζονταν ως στρατόπεδο, όσοι τον πολεμούσαν κυνηγιούνταν. Μέσα ενημέρωσης που τολμούσαν να κάνουν αντιπολίτευση έμεναν ξαφνικά χωρίς κρατική και ιδιωτική διαφήμιση, εκείνα που εξυμνούσαν το μεταρρυθμιστικό του έργο έπαιρναν διαφημίσεις και έκτακτες ενισχύσεις, η μαστίχα της εξάρτησης απλωνόταν παντού.
Οι δήθεν ανεξάρτητες αρχές, αυτές που θα μείωναν τον δημόσιο τομέα, γέμισαν με μετακλητούς που πληρώνονταν από τον δημόσιο κορβανά, έγιναν αυστηρές όταν ασχολούνταν με αντιπάλους, χαλαρές όταν ήταν να ελεγχθούν φίλοι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες. Κι όμως, ο λαός, τυφλός απέναντι σε αυτά, συνέχισε να τον λατρεύει. Κάποιοι τον αποκαλούσαν νέο Τζένγκις Χαν, ευνοημένοι και μη, μέσα σε μια κοινωνία που μπερδεύει τη δύναμη με τη σωτηρία. Ο Μακρυχέρης μοίραζε τεχνηέντως λίγα ψίχουλα προς τα κάτω, επιδόματα επί παντός επιστητού, έκανε έργα που έμοιαζαν να υπηρετούν τους πολίτες, ανακαινίσεις νοσοκομείων, νέα μετρό, τηλεδιοικήσεις σιδηροδρόμων, ραντάρ αεροδρομίων, έργα που βοηθούσαν και τους πολίτες και τους εργολάβους και τους φίλους πολιτικούς, ενώ οι καταθέσεις σε φορολογικούς παραδείσους αυγάτιζαν. «Είμαι ο μοναδικός πραγματικός φίλος του λαού», έλεγε, ανάμεσα στο σοβαρό και στο αστείο, «ένας μεταμοντέρνος Ροβεσπιέρος». Οι γονείς του, απόμαχοι πια του «μεροκάματου», ζούσαν ήσυχα σε μια βίλα σε νησί, χωρίς κλειδαριές, χωρίς γιαγιάδες, χωρίς φόβο, καθώς ο γιος τους είχε γίνει ο μεγάλος Κλειδοφύλακας του εθνικού κουμπαρά.
Υπήρχαν νύχτες που ο Μακρυχέρης, αφού τσέκαρε επί ώρες λογαριασμούς και επενδύσεις, δεν τον έπιανε ύπνος από την ειρωνεία. Οι γονείς του ρίσκαραν τα πάντα για δυο ρολόγια, εκείνος δεν ρίσκαρε τίποτα και είχε δισεκατομμύρια. Εκείνοι φοβόνταν την αστυνομία, εκείνος διόριζε τον υπουργό Δημόσιας Τάξης. Κάπου εκεί όμως άρχισαν να φαίνονται ραγίσματα στο σαθρό οικοδόμημα. Κάποιοι ξένοι επενδυτές έγιναν πιο υποψιασμένοι. Κάποιοι μελανιασμένοι πολίτες άρχισαν να γκρινιάζουν. Μια νέα γενιά, πιο ενημερωμένη, πιο δικτυωμένη, άρχισε να θέτει ενοχλητικά ερωτήματα. Κάποιοι δημοσιογράφοι που ήταν χρόνια στην απ’ έξω άρχισαν να ψάχνουν και να βρίσκουν διαρροές, ντοκουμέντα, στοιχεία για περίεργες συναλλαγές, για αλληλένδετες εξωχώριες εταιρείες με αμφίβολα αντικείμενα, για πρόσωπα του στενού του κύκλου, για μια αλυσίδα συμφερόντων που δεν θύμιζε κυβέρνηση αλλά μηχανισμό.
Ο Μακρυχέρης αντέδρασε όπως ήξερε. Έσφιξε κι άλλο τα λουριά, αύξησε τις διώξεις σε όσους τον κακολογούσαν, έφερε νομοσχέδια υπέρ φίλων εργολάβων, νομοσχέδια κατά της ελευθερίας του λόγου και της σκληρής κριτικής, όλα στο όνομα της εθνικής ασφάλειας. Το σύνθημα «ή εγώ ή το χάος» έγινε η καθημερινή του προσευχή, με τους επαγγελματίες κλακαδόρους να το επαναλαμβάνουν παντού, βαφτίζοντας κάθε αντίπαλο σαμποτέρ της προόδου. Η επιτυχία ήταν περιορισμένη. Ο λαός δεν οργιζόταν πια από τη διαφθορά, είχε εξαντληθεί από αυτήν. Το «ας κλέβουν αυτοί, να μας δίνουν κι εμάς κάτι» δεν αρκούσε. Η κόπωση έγινε πολιτικό ρεύμα, η φθορά έγινε καθημερινή αίσθηση, η ανάγκη αλλαγής έγινε σχεδόν βιολογική.
Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις σε φιλικό κανάλι μίλησε για σταθερότητα, για πρόοδο, για το χάος που θα ερχόταν αν φύγει. Ζήτησε από τους πολίτες να εκτιμήσουν όλα όσα έκανε. Δεν είχε ζέση. Τα λόγια δεν είχαν πάθος. Ήταν τόσο χορτάτος που είχε χάσει την πειθώ του. Από τη βίλα τους, οι γονείς του ανησύχησαν. «Δεν είναι πια ο ίδιος», είπε ο πατέρας. «Τώρα κλέβει με τα λόγια». «Και αφήνει παντού δακτυλικά αποτυπώματα», συμπλήρωσε η μητέρα, με απογοήτευση, σαν να μιλούσε για έναν τεχνίτη που έχασε την τέχνη του.
Το αν τελικά έπεσε ο Μακρυχέρης τόσο δραματικά όσο αναδύθηκε παραμένει άγνωστο. Σε μια χώρα όπου η πολιτική λογοδοσία δεν υπάρχει ως έννοια, κανείς δεν ξέρει τι μέλλει γενέσθαι με τους Μακρυχέρηδες. Το πιθανότερο είναι να ζήσουν μέχρι τα βαθιά γεράματα ως μπρούκληδες της εξουσίας, άτρωτοι, καλοντυμένοι, βολεμένοι, άσχετα αν όλοι ξέρουν πόσα έφαγαν στις πλάτες των πολλών. Ο Μακρυχέρης θα μείνει στην ιστορία όχι επειδή ήταν ο μόνος που έκλεβε τα δημόσια ταμεία, ούτε επειδή υπήρξε ο μαέστρος της μίζας, θα μείνει επειδή έκλεψε στα φανερά και μέρα μεσημέρι. Μετέτρεψε την τέχνη της κλοπής σε τέχνη της πολιτικής, θεσμοθέτησε τη διαφθορά, δίδαξε ότι καλός και πετυχημένος κλέφτης δεν είναι εκείνος που κλέβει τα περισσότερα, είναι εκείνος που πείθει τους πάντες ότι δεν εκλάπη τίποτα, εκείνος που επανεκλέγεται ως μονοκράτορας για να ξανακλέψει ανεμπόδιστα, εκείνος που κοιτάζει την κάμερα και μιλά για εντιμότητα με το βλέμμα του ανθρώπου που ξέρει πως η κοινωνία έχει ήδη παραδώσει τα κλειδιά.
Δοξάστε τον.
Πιο Δημοφιλή
Εταιρείες «Μεγάλος Αδελφός» που παρακολουθούν και… φακελώνουν
Το θέατρο με το casus belli
Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχουμε γροθιές, κλωτσιές!..
Πιο Πρόσφατα
Μια καταδίκη που βαθαίνει το χάσμα...
Σοκ στο Αίγιο – Πέντε ανήλικοι πυροβολήθηκαν από 45χρονο
Σφοδρή επίθεση Καρυστιανού σε Άρειο Πάγο και κυβέρνηση για τα Τέμπη