Το «βαθύ κράτος» μπλοκάρει την οικονομική επανάσταση του Τραμπ
Το αμερικανικό θεσμικό σύστημα βρίσκεται αντιμέτωπο με μια από τις βαθύτερες εσωτερικές συγκρούσεις των τελευταίων δεκαετιών, καθώς η οικονομική στρατηγική του Προέδρου Donald Trump για ριζική αναθεώρηση της διεθνούς οικονομικής τάξης προσκρούει σε ισχυρές αντιστάσεις εντός του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Η επιλογή των εκτεταμένων δασμών ως βασικού εργαλείου πολιτικής εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο ανακατανομής ισχύος, επαναπροσδιορισμού της αμερικανικής ηγεμονίας και ανάκτησης οικονομικής κυριαρχίας σε μια εποχή κατά την οποία το καθεστώς του δολαρίου ως παγκόσμιου αποθεματικού νομίσματος έχει μετατραπεί σε διαρκή πηγή ανισορροπιών. Το «υπερβολικό προνόμιο» της νομισματικής κυριαρχίας οδήγησε σε χρόνια εμπορικά ελλείμματα, σε διεύρυνση των δημοσιονομικών αποκλίσεων και σε εκτόξευση του δημόσιου χρέους πάνω από τα 28 τρισ. δολάρια, με το κόστος εξυπηρέτησης να υπερβαίνει πλέον το 1 τρισ. δολάρια ετησίως, ενισχύοντας την πίεση που δημιουργούν τα δίδυμα ελλείμματα στο παραγωγικό υπόστρωμα της χώρας.
Η πρόσφατη απόφαση του Supreme Court of the United States να ακυρώσει τους παγκόσμιους ανταποδοτικούς δασμούς σηματοδότησε κορυφαία στιγμή αυτής της αντιπαράθεσης. Οι δασμοί είχαν αυξήσει τον μέσο πραγματικό συντελεστή από επίπεδα 1,5%–2,5% σε ποσοστά άνω του 12%, αποτελώντας τον πυρήνα της αναθεωρητικής οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Με πλειοψηφία 6 έναντι 3, το Δικαστήριο έκρινε ότι η επίκληση του International Emergency Economic Powers Act για την επιβολή εκτεταμένων εμπορικών περιορισμών υπερέβαινε τα όρια των εκτελεστικών αρμοδιοτήτων. Η ερμηνεία ότι ο νόμος παρέχει εργαλεία αντιμετώπισης εθνικών και οικονομικών εκτάκτων αναγκών χωρίς ρητή εξουσιοδότηση για δασμούς αποτέλεσε τη βάση της απόφασης, η οποία θεωρείται η σοβαρότερη νομική ήττα του Προέδρου από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο.
Η αντίδραση του Trump υπήρξε άμεση και πολιτικά φορτισμένη, με αιχμές περί θεσμικής παρέμβασης που ανακόπτει τη λαϊκή εντολή για μεταρρύθμιση. Το Δικαστήριο παρέπεμψε στα κατώτερα δικαστήρια το ζήτημα των πιθανών επιστροφών προς εισαγωγείς, οι οποίες εκτιμάται ότι δύνανται να φθάσουν έως και τα 170 δισ. δολάρια, ποσό που υπερβαίνει το ήμισυ των συνολικών εσόδων από τους δασμούς. Ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου John Roberts υπογράμμισε στην πλειοψηφική γνώμη ότι η εξουσία επιβολής φόρων και δασμών απονέμεται από το Κογκρέσο με σαφή και περιοριστική διατύπωση, στοιχείο που, κατά την κρίση της πλειοψηφίας, δεν πληρούσε η συγκεκριμένη περίπτωση. Η διαφωνία των μειοψηφούντων δικαστών κατέγραψε τον κίνδυνο διοικητικής αστάθειας και αλυσιδωτών επιπτώσεων στην οικονομία, με αναφορές σε πιθανή χαοτική διαδικασία επιστροφών.
Πέρα από τη νομική διάσταση, η ουσία της σύγκρουσης αφορά την ίδια τη φυσιογνωμία της αμερικανικής ηγεμονίας. Το μεταπολεμικό σύστημα που οικοδομήθηκε μετά το 1945 παρείχε ένα πλέγμα διεθνών δημόσιων αγαθών, από την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών έως τη σταθερότητα των χρηματοπιστωτικών αγορών και την αξιοπιστία ενός ισχυρού νομίσματος που λειτουργούσε ως καθολικό μέσο συναλλαγών και αποθήκευσης αξίας. Η παροχή ασφαλών περιουσιακών στοιχείων σε δολάρια και η εγγύηση πρόσβασης στη μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη μείωναν τον συστημικό κίνδυνο και ενίσχυαν τη διεθνή εξειδίκευση βάσει συγκριτικού πλεονεκτήματος. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποκόμιζαν οφέλη μέσω της ικανότητάς τους να διαμορφώνουν κανόνες και πρότυπα που καθιστούσαν την οικονομία τους ελκυστικό προορισμό επενδύσεων, ενώ οι εταίροι τους λειτουργούσαν εντός ενός σταθερού πλαισίου χαμηλής αβεβαιότητας.

Η στρατηγική Trump επιχειρεί να μετατρέψει αυτή τη σχέση σε διαπραγματευτικό εργαλείο εθνικού συμφέροντος. Η πρόσβαση στην αγορά, οι αμυντικές εγγυήσεις και η ρυθμιστική συνεργασία αποκτούν όρους και προϋποθέσεις, ενώ οι δασμοί και οι επενδυτικοί περιορισμοί αξιοποιούνται ως μέσα πίεσης για την επαναδιαπραγμάτευση εμπορικών και γεωοικονομικών ισορροπιών. Η προσέγγιση αυτή αντανακλά την πεποίθηση ότι το κόστος της ηγεμονικής σταθερότητας έχει μετατραπεί σε δυσανάλογη επιβάρυνση για την αμερικανική βιομηχανία και το εργατικό δυναμικό, σε μια περίοδο κατά την οποία η άνοδος της Κίνας, η τεχνολογική επιτάχυνση και η κλιματική μετάβαση αναδιατάσσουν τον διεθνή καταμερισμό ισχύος.
Η αμερικανική κοινωνία βίωσε διαδοχικά σοκ, από τις πολεμικές επεμβάσεις σε Αφγανιστάν και Ιράκ έως την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009 και την πανδημία COVID-19, γεγονότα που αποδυνάμωσαν την εμπιστοσύνη προς τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ. Στο υπόβαθρο αυτής της φθοράς, η οικονομική αναθεώρηση που προτείνει ο Trump παρουσιάζεται ως προσπάθεια ανασύνταξης της παραγωγικής βάσης και περιορισμού των διαρθρωτικών ελλειμμάτων. Η κριτική προς την Κίνα επικεντρώνεται σε πρακτικές κρατικών επιδοτήσεων, νομισματικών χειρισμών και ελέγχου κεφαλαιακών ροών που, κατά την αμερικανική επιχειρηματολογία, στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό και επιτρέπουν τη διατήρηση μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων εις βάρος των ΗΠΑ.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο οικονομολόγος Steve Miran ανέπτυξε το θεωρητικό υπόβαθρο της νέας στρατηγικής, επισημαίνοντας ότι η διεθνής τάξη που κυριάρχησε μεταπολεμικά στηρίχθηκε πρωτίστως στην αμερικανική στρατιωτική ισχύ και στη χρηματοοικονομική αξιοπιστία που αυτή διασφάλιζε. Η αδιάλειπτη ζήτηση για δολάρια διατήρησε το νόμισμα σε υψηλά επίπεδα, ευνοώντας τον δανεισμό με χαμηλό κόστος, ταυτόχρονα όμως ενίσχυσε τη στρέβλωση ενός «ακριβού δολαρίου» που επιβαρύνει τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα. Η μείωση του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού κατά περισσότερο από ένα τρίτο σε σχέση με το ιστορικό του υψηλό και η υποχώρηση του αμερικανικού μεριδίου στην παγκόσμια παραγωγή κατά περίπου 40% αποδίδονται σε αυτή τη δομική ανισορροπία.

Η ανάλυση του Miran αμφισβητεί τις παραδοχές των κυρίαρχων οικονομικών μοντέλων που θεωρούν ότι τα εμπορικά ελλείμματα αυτοδιορθώνονται μέσω νομισματικών προσαρμογών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες διατηρούν ελλείμματα επί πέντε δεκαετίες, με διεύρυνση από περίπου 2% του ΑΕΠ κατά την πρώτη θητεία Trump σε σχεδόν 4% επί προεδρίας Joe Biden, ενώ το δολάριο ενισχυόταν αντί να αποδυναμώνεται. Η ιδιότητα του αποθεματικού νομίσματος δημιουργεί διαρκή εξωτερική ζήτηση που αποτρέπει την ομαλή προσαρμογή των εμπορικών ροών και συντηρεί μια κατάσταση υπερτίμησης, με αποτέλεσμα την αναπαραγωγή των ελλειμμάτων.
Σύμφωνα με τη συλλογιστική αυτή, η επιβολή δασμών σε εξαγωγικές οικονομίες με μεγάλα πλεονάσματα μετακυλίει σημαντικό μέρος του κόστους στους παραγωγούς των χωρών αυτών, δεδομένης της εξάρτησής τους από την αμερικανική αγορά. Η έννοια της φορολογικής επιβάρυνσης των δασμών υποδηλώνει ότι το τελικό βάρος κατανέμεται ανάλογα με την ελαστικότητα προσφοράς και ζήτησης. Σε περιβάλλον όπου οι εξαγωγικές οικονομίες διαθέτουν περιορισμένες εναλλακτικές αγορές, η διαπραγματευτική ισχύς της μεγαλύτερης καταναλωτικής αγοράς παγκοσμίως λειτουργεί υπέρ των ΗΠΑ. Τα έσοδα από τους δασμούς μπορούν να κατευθυνθούν σε φορολογικές ελαφρύνσεις και σε μέτρα ενίσχυσης της εγχώριας παραγωγικότητας, επιδιώκοντας έναν συνδυασμό δημοσιονομικής εξυγίανσης και βιομηχανικής αναγέννησης.

Η μετάβαση σε αυτή τη νέα γεωοικονομική πραγματικότητα προμηνύει ανακατατάξεις στις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, ενίσχυση περιφερειακών συμμαχιών και αυξημένη έμφαση στην οικονομική ασφάλεια. Κάθε κράτος καλείται να επαναξιολογήσει τη θέση του σε ένα σύστημα όπου η πρόσβαση στην αμερικανική αγορά και οι χρηματοπιστωτικές ροές συνδέονται με στρατηγικές επιλογές. Η δημιουργία εναλλακτικών μηχανισμών ασφάλειας και χρηματοδότησης συνεπάγεται υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερη αβεβαιότητα, με αποτέλεσμα τη διαμόρφωση ενός πιο κατακερματισμένου διεθνούς τοπίου.
Η πορεία προς την ανάκτηση της οικονομικής κυριαρχίας, όπως τη σκιαγραφεί η κυβέρνηση Trump, εκτυλίσσεται εν μέσω θεσμικών και πολιτικών αναμετρήσεων. Το δικαστικό εμπόδιο κατέδειξε ότι η αναθεώρηση της μεταπολεμικής οικονομικής τάξης συναντά ισχυρές αντιστάσεις σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο. Η σύγκρουση που διαμορφώνεται υπερβαίνει το ζήτημα των δασμών και αγγίζει τον ίδιο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στο παγκόσμιο σύστημα. Η εξέλιξη αυτής της αναμέτρησης θα καθορίσει εάν η αμερικανική οικονομία θα κινηθεί προς ένα μοντέλο επιλεκτικής ηγεμονίας με έμφαση στο εθνικό συμφέρον ή εάν οι θεσμικοί περιορισμοί θα επιβάλουν επιστροφή σε ένα πλαίσιο ευρύτερης πολυμέρειας, σε μια περίοδο κατά την οποία η παγκόσμια οικονομία έχει ήδη εισέλθει σε φάση έντονων ανακατατάξεων και αυξημένης γεωπολιτικής έντασης.
Πιο Δημοφιλή
Εταιρείες «Μεγάλος Αδελφός» που παρακολουθούν και… φακελώνουν
Το θέατρο με το casus belli
Στο Ελληνικό Κοινοβούλιο δεν έχουμε γροθιές, κλωτσιές!..
Πιο Πρόσφατα
Μια καταδίκη που βαθαίνει το χάσμα...
Σοκ στο Αίγιο – Πέντε ανήλικοι πυροβολήθηκαν από 45χρονο
Σφοδρή επίθεση Καρυστιανού σε Άρειο Πάγο και κυβέρνηση για τα Τέμπη