AfD: Η ριζοσπαστικοποίηση φέρνει νίκες στην Ευρώπη
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Το AfD συγκέντρωσε 44% στη Σαξονία-Άνχαλτ, αποδεικνύοντας ότι η ριζοσπαστικοποίηση φέρνει εκλογικές νίκες.
- Η στρατηγική του AfD έρχεται σε αντίθεση με τη "Μελονοποίηση" της Μελόνι και την αποδαιμονοποίηση της Λεπέν.
- Η νίκη προκάλεσε αντιδράσεις από ακροδεξιούς παράγοντες και τον Ντόναλντ Τραμπ, ενώ Μελόνι και Λεπέν σιώπησαν.
- Παραμένει αβέβαιο αν η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να αποφέρει νίκες σε εθνικό επίπεδο λόγω του "τείχους προστασίας".
- Το φαινόμενο ενισχύεται από το διεθνές περιβάλλον και την επιρροή της κυβέρνησης Τραμπ.
Η πρόσφατη εκλογική αναμέτρηση στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου το κόμμα Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) συγκέντρωσε ποσοστό 44%, αποτελεί ένα ισχυρότατο πλήγμα στην κρατούσα αντίληψη της ευρωπαϊκής πολιτικής σκηνής. Για χρόνια, η επικρατούσα άποψη στους κόλπους του πολιτικού κατεστημένου ήταν πως η ακροδεξιά, προκειμένου να κυβερνήσει, θα αναγκαζόταν να μετριάσει τη ρητορική της και να εγκαταλείψει τις πιο ακραίες θέσεις της. Ωστόσο, η επίδοση του AfD υποδεικνύει την ύπαρξη μιας εναλλακτικής διαδρομής: της ριζοσπαστικοποίησης ως μέσου κατάκτησης της εξουσίας.
Η στρατηγική αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την πορεία που ακολούθησαν άλλα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κόμματα, όπως αυτά της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία και της Μαρίν Λεπέν στη Γαλλία. Η Ιταλίδα πρωθυπουργός, μέσω της στροφής της προς το πολιτικό κατεστημένο και της υιοθέτησης φιλοευρωπαϊκών και φιλονατοϊκών θέσεων, έδωσε το όνομά της σε ένα φαινόμενο που έγινε γνωστό ως "Μελονοποίηση". Αντίστοιχα, η Λεπέν αφιέρωσε χρόνια στην προσπάθεια "αποδαιμονοποίησης" του κόμματός της, εγκαταλείποντας αιτήματα για έξοδο από την ΕΕ και αποστασιοποιώντας το από τη Ρωσία μετά την εισβολή στην Ουκρανία.
Αντιθέτως, το AfD επέλεξε τον δρόμο της εντατικοποίησης της αντιμεταναστευτικής και αντιισλαμικής ρητορικής του, διατηρώντας παράλληλα φιλορωσική στάση. Παρά την υιοθέτηση αυτών των θέσεων, το κόμμα συνεχίζει να ενισχύεται εκλογικά, γεγονός που προκαλεί έντονο προβληματισμό στους ευρωπαϊκούς πολιτικούς κύκλους. Με την ακροδεξιά να καταγράφει άνοδο ενόψει κρίσιμων εκλογικών αναμετρήσεων σε χώρες όπως η Σουηδία, η Γαλλία, η Ισπανία, η Πολωνία και η Ιταλία, η επιτυχία του AfD θέτει ένα νέο, πιο ανησυχητικό ενδεχόμενο: οι επόμενοι λαϊκιστές διεκδικητές της εξουσίας ενδέχεται να βρουν περισσότερα κίνητρα στο παράδειγμα του AfD παρά σε αυτό της Μελόνι ή της Λεπέν.
Η νίκη στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει προκαλέσει ενθουσιώδεις αντιδράσεις από ακροδεξιούς παράγοντες σε όλη την Ευρώπη. Ο Αφόνσο Γκονσάλβες, ηγέτης του πορτογαλικού κινήματος Reconquista, δήλωσε ότι τα αποτελέσματα αποδεικνύουν πως οι εθνικιστικές πολιτικές είναι το κλειδί για την εκλογική επιτυχία. Παρόμοια ήταν η αντίδραση του Ιταλού πρώην στρατηγού Ρομπέρτο Βανάτσι, ο οποίος μέσω της πλατφόρμας X τόνισε ότι οι κατηγορίες περί εξτρεμισμού εξατμίζονται όταν ένα τόσο μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού υποστηρίζει το AfD.
Η διεθνής διάσταση του φαινομένου ενισχύεται από την παρέμβαση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος μέσω του Truth Social συνεχάρη το "Λαϊκιστικό Κόμμα στη Γερμανία", εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι ψηφοφόροι απέρριψαν τους κανονισμούς για τη μετανάστευση. Αξιοσημείωτο είναι ότι τόσο η Λεπέν όσο και η Μελόνι επέλεξαν να αποφύγουν οποιοδήποτε σχόλιο για το αποτέλεσμα.
Το ρήγμα στο εσωτερικό της ακροδεξιάς
Η απόκλιση μεταξύ του AfD και άλλων ακροδεξιών κομμάτων δεν είναι καινούργια. Ο γαλλικός Εθνικός Συναγερμός είχε διακόψει τις σχέσεις του με το AfD πριν από τις ευρωεκλογές του 2024, λόγω δηλώσεων υποψηφίων του γερμανικού κόμματος που υποβάθμιζαν τη σημασία της συμμετοχής στη ναζιστική οργάνωση των SS. Μετά τη νίκη στη Σαξονία-Άνχαλτ, ο βουλευτής του Εθνικού Συναγερμού, Ζαν-Φιλίπ Τανγκί, εξέφρασε τη "σοκαριστική" του αντίδραση για το γεγονός ότι τόσοι πολλοί ψηφοφόροι επέλεξαν ανθρώπους που υποβαθμίζουν το ναζιστικό παρελθόν της Γερμανίας.
Η άνοδος του AfD αποδίδεται εν μέρει στην προώθηση ριζοσπαστικών προσωπικοτήτων, όπως ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, ηγέτης του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ. Ο Ζίγκμουντ έγινε γνωστός το 2024 λόγω της συμμετοχής του στη συνάντηση του Πότσνταμ, όπου συζητήθηκαν σχέδια για μαζικές απελάσεις. Το κόμμα υποστηρίζει την πολιτική της "επαναμετανάστευσης", προβλέποντας κίνητρα για την αποχώρηση νόμιμα εγκατεστημένων μεταναστών. Την ίδια στιγμή, στελέχη του κόμματος συμμετείχαν σε "σύνοδο κορυφής για την επαναμετανάστευση", με τη συμμετοχή του Γκρέγκορι Μποβίνο και εκπροσώπων από κόμματα όπως το Vox και το Restore Britain.
Η τάση αυτή εκτείνεται και εκτός Γερμανίας. Στην Πορτογαλία, ο Γκονσάλβες εξετάζει τη δημιουργία πολιτικού κόμματος για να ανταγωνιστεί το Chega, με δημοσκοπήσεις να δείχνουν δυνητικό ποσοστό 5%. Στη Γαλλία, προσωπικότητες όπως η Σάρα Κνάφο κερδίζουν έδαφος υιοθετώντας στρατηγικές παρόμοιες με αυτές του AfD. Ο καθηγητής πολιτικών επιστημών Ζερόμ Ζαμέν επισημαίνει την ύπαρξη ενός "πριμ υπέρ της ριζοσπαστικής ρητορικής", το οποίο αποδίδει περισσότερο από ποτέ.
Προκλήσεις και όρια της ριζοσπαστικοποίησης
Παρά την εκλογική επιτυχία, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η ριζοσπαστικοποίηση μπορεί να αποφέρει καρπούς σε εθνικό επίπεδο. Ενώ κινητοποιεί το πιο ακραίο τμήμα του εκλογικού σώματος, ταυτόχρονα απομακρύνει τους μετριοπαθείς ψηφοφόρους. Το λεγόμενο "τείχος προστασίας" των κυρίαρχων γερμανικών κομμάτων, που αρνούνται να συνεργαστούν με το AfD, δυσχεραίνει τον σχηματισμό κυβέρνησης ακόμη και σε τοπικό επίπεδο, όπως στη Σαξονία-Άνχαλτ, όπου το κόμμα υπολείπεται εδρών για την απόλυτη πλειοψηφία.
Η περίπτωση του Ερίκ Ζεμούρ στη Γαλλία αποτελεί προειδοποιητικό παράδειγμα. Η προσπάθειά του να κινηθεί πιο δεξιά από τη Λεπέν οδήγησε σε αρχική άνοδο αλλά τελική κατάρρευση, ωφελώντας τελικά τη Λεπέν, καθώς την έκανε να φαίνεται λιγότερο ακραία. Επιπλέον, η άσκηση διακυβέρνησης συχνά προσκρούει στην οικονομική και θεσμική πραγματικότητα, εκθέτοντας τους λαϊκιστές στις ίδιες κατηγορίες που απηύθυναν στα κεντρώα κόμματα.
Η περίπτωση της Ουγγαρίας, όπου ο Βίκτορ Όρμπαν υπέστη συντριπτική ήττα μετά από 16 χρόνια διακυβέρνησης, και οι ΗΠΑ, όπου η κρίση κόστους ζωής πλήττει τη δημοτικότητα της κυβέρνησης Τραμπ, καταδεικνύουν τους κινδύνους. Ο Ζαμέν καταλήγει ότι η διαφορά σήμερα έγκειται στο διεθνές περιβάλλον, όπου η κυβέρνηση Τραμπ, παρακάμπτοντας νομικούς περιορισμούς, εμπνέει τα ευρωπαϊκά ακροδεξιά κινήματα να προχωρήσουν ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας την αίσθηση ότι αυτό είναι το μέλλον της πολιτικής.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ελεύθεροι επαγγελματίες: «Καμπανάκι» στο Μαξίμου μετά τη ΔΕΘ
Νεκροψία στη σορό του Γιώργου Μαζωνάκη: Έρευνα για τα αίτια θανάτου