Ελληνοτουρκικά: Γεραπετρίτης για casus belli, F-35 και διάλογο με την Άγκυρα
Το casus belli χαρακτήρισε «τεράστιο βαρίδι» στις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, παρεμβαίνοντας σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, τα εξοπλιστικά της Άγκυρας και η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο της πολιτικής αντιπαράθεσης.
Μιλώντας στην ΕΡΤ, ο υπουργός αναφέρθηκε στις εξελίξεις μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, στο ζήτημα της τουρκικής απειλής πολέμου, στις επαφές με την Άγκυρα, καθώς και στην κριτική που δέχεται η κυβέρνηση για τη στρατηγική της στην εξωτερική πολιτική.
Απαντώντας στα δημοσιεύματα που εκφράζουν ανησυχία για πιθανή αναβάθμιση της Τουρκίας στις σχέσεις της με τις Ηνωμένες Πολιτείες και για τα εξοπλιστικά προγράμματα της Άγκυρας, ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα και όχι σε εκτιμήσεις ή φήμες.
Όπως ανέφερε, η Ελλάδα αποτελεί ισχυρό εταίρο στο ΝΑΤΟ και σταθερό πυλώνα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με αξιοπιστία, δύναμη και πειθώ. Παράλληλα, σημείωσε ότι πολλά από όσα γράφτηκαν τις τελευταίες ημέρες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, επιμένοντας ότι για τα τουρκικά εξοπλιστικά προγράμματα δεν υπάρχει καμία επίσημη δέσμευση ή υπόσχεση.
Ο υπουργός επιχείρησε να εμφανίσει την Ελλάδα ως ενεργό παίκτη στις αμυντικές εξελίξεις, αναφερόμενος στη συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα των F-35 και στην αναβάθμιση των F-16. Όπως είπε, η Ελλάδα δεν παρακολουθεί τις εξελίξεις ως θεατής, καθώς γίνονται όλες οι αναγκαίες ενέργειες για την ενίσχυση της εθνικής άμυνας.
Στο ίδιο πλαίσιο, συνέκρινε τη σημερινή κατάσταση με το 2019, υποστηρίζοντας ότι τότε η Ελλάδα βρισκόταν εκτός του προγράμματος των F-35, ενώ σήμερα έχει ενισχύσει ουσιαστικά τη στρατιωτική της ισχύ και διαθέτει, κατά την έκφρασή του, περιφερειακή και παγκόσμια ισχύ.
Το casus belli και η απειλή πολέμου
Ειδική αναφορά έκανε ο Γιώργος Γεραπετρίτης στο casus belli, το οποίο χαρακτήρισε τεράστιο βάρος τόσο για τις σχέσεις Ελλάδας – Τουρκίας όσο και για την πορεία της Τουρκίας προς την Ευρώπη και τη Δύση.
Ο υπουργός τόνισε ότι, υπό τον Χάρτη και το Καταστατικό των Ηνωμένων Εθνών, δεν μπορεί να υφίσταται διατυπωμένη απειλή πολέμου για την άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Η αναφορά αφορά την πάγια απειλή της Τουρκίας σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Ο κ. Γεραπετρίτης εκτίμησε ότι η τουρκική πλευρά θα μπορούσε να προχωρήσει στην άρση του casus belli, σημειώνοντας ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν όχι μόνο χρήσιμη, αλλά και οφειλόμενη. Πρόσθεσε ότι μια χώρα που θέλει να συμμετέχει στη διεθνή αρχιτεκτονική ασφαλείας δεν μπορεί να απειλεί με πόλεμο γειτονική και σύμμαχο χώρα.
Η τοποθέτηση αυτή δείχνει ότι η Αθήνα επιθυμεί να κρατήσει ανοιχτή την ατζέντα του διαλόγου, διατηρώντας ταυτόχρονα στο προσκήνιο το ζήτημα της τουρκικής απειλής. Η κυβερνητική γραμμή επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη επικοινωνίας με την Άγκυρα και στην υποχρέωση να μη θεωρηθεί κανονικότητα μια ευθεία απειλή πολέμου.
Απαντώντας στην κριτική για τους διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία, ο υπουργός υποστήριξε ότι η πλήρης απουσία συζήτησης θα αποτελούσε πολιτική καταστροφής. Ανέφερε ότι όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις της μεταπολίτευσης συνομιλούσαν με την Τουρκία και, κατά την άποψή του, ορθώς το έπρατταν.
Σχολιάζοντας τις επικρίσεις του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, υπενθύμισε ότι κατά τη διάρκεια της δικής του πρωθυπουργίας πραγματοποιήθηκαν δύο συναντήσεις με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και έξι κύκλοι διερευνητικών επαφών.
Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι το κρίσιμο ζήτημα είναι αν η Ελλάδα ωφελείται από τον διάλογο. Κατά την εκτίμησή του, την τελευταία τριετία η χώρα έχει βγει κερδισμένη από τη συζήτηση με την Τουρκία.
Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις περί μυστικής διπλωματίας, χαρακτηρίζοντάς τες αποκυήματα φαντασίας όσων, όπως είπε, επιχειρούν να δημιουργήσουν προβλήματα στην ελληνική διπλωματία.
Ο υπουργός υπογράμμισε ότι ενημερώνει συστηματικά τη Βουλή, το Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής, την αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή και τους πολιτικούς αρχηγούς. Όπως ανέφερε, δεν υπάρχει μυστική διαπραγμάτευση, καθώς στη σημερινή εποχή όλα καθίστανται δημόσια και η σχετική συζήτηση κινείται εκτός πραγματικότητας.
Απάντηση σε Τσίπρα για F-35 και εξωτερική πολιτική
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απάντησε και στις πρόσφατες δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος έκανε λόγο για «εθνική ήττα» αναφορικά με την υπόθεση των F-35. Ο υπουργός απέρριψε τον χαρακτηρισμό, υποστηρίζοντας ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική καταγράφει διαρκείς επιτυχίες.
Σε ιδιαίτερα αιχμηρή αναφορά, υποστήριξε ότι ο πρώην πρωθυπουργός στηρίζει το αφήγημα της πολιτικής του επανεμφάνισης στη λήθη των πολιτών. Παράλληλα, χαρακτήρισε ψευδή τον ισχυρισμό ότι επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ η Τουρκία δεν συμμετείχε στο πρόγραμμα των F-35.
Όπως ανέφερε, σε όλη τη διάρκεια της θητείας του κ. Τσίπρα η Τουρκία ήταν συμπαραγωγός χώρα των F-35 και μία από τις εννέα χώρες που συμμετείχαν στην παραγωγή του μαχητικού πέμπτης γενιάς. Η αποπομπή της, πρόσθεσε, έγινε στα τέλη του 2019, μετά την προμήθεια ρωσικών οπλικών συστημάτων.
Αντίθετα, κατά τον κ. Γεραπετρίτη, επί της σημερινής κυβέρνησης η Ελλάδα εισήλθε στο πρόγραμμα των F-35, ενώ η Τουρκία απομακρύνθηκε από αυτό. Η αναφορά αυτή εντάσσεται στην κυβερνητική προσπάθεια να παρουσιαστεί η αμυντική ενίσχυση ως ένα από τα βασικά πεδία υπεροχής της σημερινής εξωτερικής πολιτικής.
Ο υπουργός παρέθεσε σειρά ενεργειών που, όπως υποστήριξε, ενίσχυσαν τη γεωπολιτική θέση της χώρας. Ανάμεσά τους ανέφερε τις συμφωνίες οριοθέτησης ΑΟΖ με την Ιταλία και την Αίγυπτο, την επέκταση των χωρικών υδάτων, τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, την ενίσχυση της άμυνας, την αξιοποίηση δυνατοτήτων έρευνας υδρογονανθράκων και την αμυντική θωράκιση των νησιών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, όλα αυτά έγιναν στη δυσκολότερη διεθνή συγκυρία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με δύο πολέμους μεγάλης κλίμακας στην ευρύτερη περιοχή και με έντονη γεωπολιτική αστάθεια.
Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η Ελλάδα, με συνεπή πολιτική, έχει καταφέρει να βρεθεί στο προσκήνιο και να ενισχύσει τις εθνικές της θέσεις. Πρόκειται για το κεντρικό κυβερνητικό επιχείρημα απέναντι στην κριτική ότι η Αθήνα παρακολουθεί την αναβάθμιση της Τουρκίας χωρίς ουσιαστικά ανταλλάγματα.
Στο ίδιο πλαίσιο, έκανε σύγκριση με την περίοδο 2015-2019 και στο μεταναστευτικό. Ανέφερε ότι τότε ενάμιση εκατομμύριο πρόσφυγες και μετανάστες πέρασαν στην Ελλάδα, ενώ σήμερα οι ροές από την Τουρκία έχουν σχεδόν μηδενιστεί, οι δομές στα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου είναι πρακτικά άδειες και δεκάδες χιλιάδες τουρίστες επισκέπτονται τα νησιά μέσω του συστήματος ταχείας θεώρησης εισόδου.
Κλείνοντας, ο υπουργός σημείωσε ότι όποιος θέλει να κρίνει πρέπει να συγκρίνει, επιμένοντας ότι τα αποτελέσματα είναι αντικειμενικά και δεν επιδέχονται αμφισβήτηση.
Η συζήτηση, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή. Το casus belli εξακολουθεί να υφίσταται, η Τουρκία διεκδικεί αναβαθμισμένο ρόλο στη Δύση και η ελληνική κυβέρνηση καλείται να αποδείξει στην πράξη ότι ο διάλογος δεν μετατρέπεται σε πολιτική ανοχής απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις. Η εξωτερική πολιτική δεν κρίνεται μόνο από τις δηλώσεις ισχύος, αλλά από το αν οι εθνικές θέσεις θωρακίζονται με μετρήσιμα αποτελέσματα και χωρίς γκρίζες ζώνες.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Αυστηρή καταδίκη επιθέσεων σε σπίτια πολιτικών
Λειψοί: Το πρότυπο βιώσιμου τουρισμού στο Αιγαίο
Απειλές στο σπίτι της Σέβης Βολουδάκη – Σκληρή απάντηση Μαρινάκη