Το επιτελικό κράτος των αναθέσεων: Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου εκθέτει την κυβέρνηση
Σύνοψη Άρθρου
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποτυπώνει σοβαρές παθογένειες στα συστήματα εσωτερικού ελέγχου του Δημοσίου.
Το 85% της αξίας των συμβάσεων κατευθύνθηκε μέσω απευθείας αναθέσεων, ενώ το 65,5% συγκεντρώθηκε σε μόλις οκτώ αναδόχους.
Παρά τα εκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης για ψηφιακή εποπτεία και αναδιοργάνωση, η δημόσια διοίκηση παραμένει θεσμικά διάτρητη.
Με νέα έκθεση που λειτουργεί ως θεσμικό κατηγορητήριο, το Ελεγκτικό Συνέδριο αποκαλύπτει την πραγματική κατάσταση στο εσωτερικό του λεγόμενου επιτελικού κράτους. Η εικόνα που περιγράφεται δεν παραπέμπει σε οργανωμένη, ελεγχόμενη και διαφανή δημόσια διοίκηση, αλλά σε ένα σύστημα όπου οι απευθείας αναθέσεις, οι εξωτερικοί συνεργάτες, οι πρόχειρες διαδικασίες και η ανύπαρκτη λογοδοσία έχουν γίνει σταθερός τρόπος λειτουργίας.
Η έκθεση για τα συστήματα εσωτερικού ελέγχου των φορέων του Δημοσίου το 2025 καταγράφει ένα διοικητικό τοπίο βαθιά προβληματικό. Συμβάσεις εκατομμυρίων ευρώ συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό αναδόχων, οι ανοιχτές διαγωνιστικές διαδικασίες παραμερίζονται, ενώ κρίσιμες λειτουργίες του κράτους ανατίθενται σε ιδιώτες, την ώρα που οι δημόσιες υπηρεσίες παραμένουν υποστελεχωμένες και χωρίς πραγματική τεχνογνωσία.
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 90% των φορέων επέλεξε την οδό της απευθείας ανάθεσης για έργα που αφορούν τον εσωτερικό έλεγχο. Περίπου το 16% δεν αιτιολόγησε επαρκώς την αποφυγή ανοιχτών διαγωνιστικών διαδικασιών. Από τα συνολικά 8,9 εκατ. ευρώ των συμβάσεων, περίπου 7,6 εκατ. ευρώ, δηλαδή το 85%, διατέθηκαν μέσω απευθείας αναθέσεων.
Ακόμη πιο βαρύ είναι το εύρημα ότι το 65,5% τόσο του πλήθους όσο και της συνολικής αξίας των συμβάσεων συγκεντρώθηκε σε μόλις οκτώ αναδόχους, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε ολόκληρη τη χώρα. Με άλλα λόγια, το Δημόσιο εμφανίζεται να λειτουργεί ως κλειστή αγορά για λίγους ιδιώτες, μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμένου ανταγωνισμού και χαμηλής θεσμικής εποπτείας.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος των ποσών. Αφορά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια διοίκηση. Αντί οι κρατικές υπηρεσίες να ενισχύονται με προσωπικό, εκπαίδευση, ελεγκτική επάρκεια και θεσμικά εργαλεία, μετατρέπονται σε ενδιάμεσους μηχανισμούς ανάθεσης έργων προς εξωτερικούς συνεργάτες. Το κράτος πληρώνει ιδιώτες για να αξιολογούν την ίδια του τη λειτουργία, χωρίς επαρκή εσωτερικό έλεγχο, χωρίς ουσιαστική παραλαβή και χωρίς πιστοποιημένους ελεγκτές στις κρίσιμες διαδικασίες.
Απευθείας αναθέσεις, θετικές γνωμοδοτήσεις και έλεγχοι χωρίς ελεγκτές
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αποδομεί πλήρως την κυβερνητική ρητορική περί θεσμικής θωράκισης του Δημοσίου. Με τον νόμο 4795/2021 θεσπίστηκε πλαίσιο για ολοκληρωμένα συστήματα εσωτερικού ελέγχου, με επιτροπές ελέγχου, διαχείριση κινδύνων και δικλίδες εποπτείας. Πέντε χρόνια αργότερα, μεγάλο μέρος του Δημοσίου λειτουργεί σαν ο νόμος αυτός να μην εφαρμόστηκε ποτέ.
Σε δήμους, δημόσιους οργανισμούς και κρατικούς φορείς καταγράφεται σοβαρή καθυστέρηση στη συγκρότηση επιτροπών ελέγχου. Σε αρκετές περιπτώσεις δεν έχει γίνει ούτε η στοιχειώδης προπαρασκευαστική ενέργεια. Το αποτέλεσμα είναι ένα κράτος που διαθέτει θεσμικό πλαίσιο στα χαρτιά, χωρίς πραγματική λειτουργία ελέγχου στην πράξη.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο προβληματική από τον ρόλο των εξωτερικών συνεργατών. Σε σύνολο 152 εκθέσεων που συντάχθηκαν από ιδιώτες δεν καταγράφηκε ούτε μία αρνητική γνώμη για την επάρκεια των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Ακόμη και σε φορείς όπου δεν υπήρχε ουσιαστικά καταγεγραμμένο σύστημα ελέγχου, όπου δεν είχαν χαρτογραφηθεί διαδικασίες, δεν είχαν καταγραφεί κίνδυνοι και δεν είχαν οριστεί δημοσιονομικά υπεύθυνοι, οι αξιολογήσεις παρέμεναν θετικές.
Η πρακτική αυτή δημιουργεί την εικόνα ενός μηχανισμού αμοιβαίας εξυπηρέτησης. Το Δημόσιο αναθέτει σε ιδιώτες να ελέγξουν την επάρκειά του. Οι ιδιώτες παραδίδουν εκθέσεις που σπανίως ενοχλούν. Στη συνέχεια, τα παραδοτέα παραλαμβάνονται από όργανα που σε πολλές περιπτώσεις δεν έχουν την αναγκαία ελεγκτική επάρκεια. Σύμφωνα με την έκθεση, τα τρία τέταρτα των φορέων ανέθεσαν την παραλαβή των παραδοτέων σε όργανα εκτός των μονάδων εσωτερικού ελέγχου, ενώ σε ποσοστά άνω του 90% δεν συμμετείχε υπάλληλος με πιστοποίηση εσωτερικού ελεγκτή.
Αυτό δεν είναι απλή διοικητική αδυναμία. Είναι θεσμική ακύρωση της έννοιας του ελέγχου. Το κράτος πληρώνει για ελέγχους που καταλήγουν να το βγάζουν μονίμως επαρκές, ακόμη και όταν το ίδιο το Ελεγκτικό Συνέδριο περιγράφει ένα Δημόσιο χωρίς πλήρη χαρτογράφηση διαδικασιών, χωρίς ουσιαστική αξιολόγηση κινδύνων και χωρίς σταθερές δικλίδες ασφαλείας.
Τα ποσοτικά στοιχεία επιβεβαιώνουν το βάθος της αποτυχίας. Μόλις το 19% των φορέων διαθέτει λειτουργικά ολοκληρωμένα συστήματα εσωτερικού ελέγχου. Περίπου το 68% έχει καταγράψει λιγότερες από τις μισές διαδικασίες του, ενώ μόλις το 9,43% έχει προχωρήσει σε πλήρη καταγραφή διαδικασιών.
Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι περίπου το 43% των φορέων που δηλώνουν καταγεγραμμένες διαδικασίες δεν μπορεί να εκτιμήσει πόσες από αυτές λειτουργούν πραγματικά. Πολλές διαδικασίες φαίνεται να αποτελούν αντιγραφές προτύπων και γενικών υποδειγμάτων άλλων φορέων, σε μια λογική τυπικής συμμόρφωσης, χωρίς ουσιαστική εσωτερική οργάνωση.
Το αποτέλεσμα είναι ένα Δημόσιο που εμφανίζει φακέλους, πίνακες, εκθέσεις και τυποποιημένα σχήματα ελέγχου, χωρίς να διαθέτει πραγματική ελεγκτική λειτουργία. Η κυβέρνηση παρουσιάζει ψηφιακό μετασχηματισμό και θεσμική αναβάθμιση, ενώ το ανώτατο δημοσιονομικό δικαστήριο περιγράφει διοικητικό μηχανισμό με κενά, αναθέσεις, χαμηλή τεκμηρίωση και διαρκή εξάρτηση από ιδιωτικά συμφέροντα.
Τα εκατομμύρια του Ταμείου Ανάκαμψης και η διοικητική αποτυχία
Η έκθεση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν συνδεθεί με τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, τα οποία υποτίθεται ότι θα θωράκιζαν ψηφιακά και διοικητικά το κράτος. Μέχρι σήμερα έχουν δοθεί περισσότερα από 141,8 εκατ. ευρώ για έργα ψηφιακής εποπτείας, διαλειτουργικότητας, ελέγχου συναλλαγών και αναδιοργάνωσης της δημόσιας διοίκησης. Πρόκειται για τους ίδιους ακριβώς τομείς στους οποίους το Ελεγκτικό Συνέδριο εντοπίζει σοβαρά κενά.
Η αντίφαση είναι πολιτικά εκκωφαντική. Από τη μία πλευρά, διατίθενται εκατομμύρια για ψηφιακές υποδομές, διασταυρώσεις δεδομένων, συστήματα ελέγχου και διοικητικό εκσυγχρονισμό. Από την άλλη, η πραγματική λειτουργία του Δημοσίου παραμένει αποσπασματική, χωρίς ενιαία εικόνα διαδικασιών, χωρίς επαρκή εποπτεία και χωρίς αξιόπιστη ελεγκτική ικανότητα.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το έργο «Ενιαία Ψηφιακή Υποδομή για την Εξυπηρέτηση Πολιτών και Επιχειρήσεων» του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με προϋπολογισμό 73,1 εκατ. ευρώ. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν απορροφηθεί 37,3 εκατ. ευρώ. Το έργο αφορά την κεντρικοποίηση διαδικασιών, την τυποποίηση λειτουργιών και την ιχνηλάτηση ενεργειών στο Δημόσιο, δηλαδή ακριβώς πεδία όπου η έκθεση δείχνει σοβαρή υστέρηση.
Το έργο για την ανάπτυξη διαδικτυακών υπηρεσιών διαλειτουργικότητας μεταξύ πληροφοριακών συστημάτων της δημόσιας διοίκησης έχει προϋπολογισμό 27,9 εκατ. ευρώ, με απορρόφηση μόλις 2,78 εκατ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2025. Το Κέντρο Διαλειτουργικότητας επόμενης γενιάς, με προϋπολογισμό 3,2 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει μόλις 332.000 ευρώ. Το έργο για τη διακυβέρνηση δεδομένων του Δημοσίου, με προϋπολογισμό 6,9 εκατ. ευρώ, είχε φτάσει στα 2,51 εκατ. ευρώ.
Η εικόνα αυτή δείχνει έργα κρίσιμα για τη διαφάνεια και τον έλεγχο να κινούνται αργά, αποσπασματικά ή χωρίς ορατό αποτέλεσμα στη λειτουργία των φορέων. Αν είχαν υλοποιηθεί με πραγματικό επιχειρησιακό αντίκρισμα, θα έπρεπε να είχαν περιορίσει τα κενά που καταγράφει σήμερα το Ελεγκτικό Συνέδριο.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα έργα ελέγχου οικονομικών ροών. Η αναβάθμιση ταμειακών μηχανών και μηχανισμών ηλεκτρονικών πληρωμών, με προϋπολογισμό 113,9 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει 91,8 εκατ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2025. Το έργο για την παρακολούθηση συναλλαγών ταμειακών μηχανών και την υποστήριξη μηχανισμού ελέγχου, με προϋπολογισμό 2,5 εκατ. ευρώ, δεν είχε απορροφήσει ούτε ένα ευρώ.
Η τελευταία περίπτωση είναι ενδεικτική της συνολικής παθογένειας. Ένα έργο που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματικό σύστημα ελέγχου, με real time monitoring, ηλεκτρονική επιτήρηση συναλλαγών και εντοπισμό παρατυπιών, μένει πρακτικά ανενεργό. Την ίδια στιγμή, το Δημόσιο εμφανίζεται να ξοδεύει μεγάλα ποσά σε συμβούλους, αξιολογήσεις και παραδοτέα αμφίβολης θεσμικής αξίας.
Προβληματική είναι και η πορεία έργων του υπουργείου Εσωτερικών που σχετίζονται με τον εκσυγχρονισμό διοικητικών διαδικασιών. Το έργο «Εκσυγχρονισμός των ΚΕΠ», με προϋπολογισμό 31,2 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει 6,62 εκατ. ευρώ μέχρι το τέλος του 2025. Το έργο «Πελατοκεντρικές ψηφιακές υπηρεσίες», με προϋπολογισμό 1,98 εκατ. ευρώ, είχε απορροφήσει 475.000 ευρώ.
Το συμπέρασμα είναι βαρύ. Η κυβέρνηση είχε στη διάθεσή της ευρωπαϊκούς πόρους, θεσμικά εργαλεία και χρονικό περιθώριο για να δημιουργήσει ένα Δημόσιο με λειτουργικό εσωτερικό έλεγχο, διαφανείς διαδικασίες, καταγραφή κινδύνων και πραγματική λογοδοσία. Αντί γι’ αυτό, η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιγράφει ένα κράτος που εξακολουθεί να κινείται με απευθείας αναθέσεις, πρόχειρα παραδοτέα, ιδιώτες αξιολογητές και εσωτερικούς μηχανισμούς ελέγχου που συχνά υπάρχουν μόνο στα χαρτιά.
Η υπόθεση δεν αφορά τεχνικές λεπτομέρειες της δημόσιας διοίκησης. Αφορά τον πυρήνα της διαχείρισης του δημόσιου χρήματος. Όταν οι διαδικασίες ελέγχου είναι αδύναμες, όταν οι συμβάσεις συγκεντρώνονται σε λίγους αναδόχους, όταν η αξιολόγηση ανατίθεται σε εξωτερικούς συνεργάτες και όταν τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης δεν παράγουν πραγματική θεσμική θωράκιση, τότε ο φορολογούμενος πληρώνει δύο φορές: μία για το έργο και μία για την αποτυχία του.
Η έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν αφήνει περιθώριο ωραιοποίησης. Το επιτελικό κράτος εμφανίζεται ως διοικητικός μηχανισμός που μιλά για εκσυγχρονισμό, ενώ αναπαράγει αδιαφάνεια. Επικαλείται ψηφιακή μετάβαση, ενώ βασικά συστήματα ελέγχου δεν λειτουργούν. Διακηρύσσει λογοδοσία, ενώ οι αναθέσεις και οι θετικές γνωμοδοτήσεις χωρίς πραγματικό αντίκρισμα αποτυπώνουν μια βαθιά θεσμική παρακμή.
Πιο Δημοφιλή
Από τον Άγιο Κωνσταντίνο στη Μάχη της Κρήτης
Πιο Πρόσφατα
Τραμπ: Κανείς δεν θα ελέγχει τα Στενά του Ορμούζ
Νέο πλαίσιο αδειοδότησης δορυφορικών υπηρεσιών στην ΕΕ